Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ανατροπή 1993 - ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΟΙ... ΠΩΣ ΕΠΕΣΕ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1993 - ΧΡΟΝΙΚΟ: Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΣΑΜΑΡΑ ΤΟ 1993 siemens intracom


Μία πολιτικοϊστορική έρευνα του δρα Ησαΐα Κωνσταντινίδη

Όλοι εναντίον του Μητσοτάκη 

Μετά τη νίκη της ΝΔ στις εκλο­γές του 1990, όλοι λογικά θα έπρεπε να εύχονταν να πε­τύχει ο 
Μητσοτάκης στο δύ­σκολο έργο του, εφόσον τα περιθώρια στένευαν απελπι­στικά για τη χώρα και δεν υ­πήρχαν πια δικαιολογίες για καθυστερήσεις σε τό­σες αλλαγές που επιβάλλονταν να γίνουν. Η δεκα­ετία του 1980 είχε ήδη «πάει στράφι», επομένως δεν υπήρχε άλλη οδός από τις ριζικές μεταρρυθ­μίσεις στην ελληνική δημόσια διοίκηση και την α­γορά. Κι όμως κανένας απ’ όλο το πολιτικό φά­σμα, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά, δεν έδωσε την ευκαιρία στον Μητσοτάκη και την κυβέρνηση της ΝΔ! 
Μέχρι τότε, αλλά και ύστερα, συνηθιζόταν να δίνε­ται μια περίοδος χάριτος σε κάθε νέα κυβέρνηση, για να δείξει τουλάχιστον τις προθέσεις της και να εφαρμόσει ένα τμήμα έστω του προγράμματός της. Μόνο στην κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν δόθηκε καμία απολύτως πίστωση χρόνου! Από την επομένη κιόλας της ορκωμοσίας της εξαπελύθη εναντίον της μια πρωτοφανής εκστρατεία λάσπης, που -δυστυχώς- συμπεριλάμβανε, όπως απεδεί­χθη αργότερα, και αντιμητσοτακικά στοιχεία που δρούσαν στο κόμμα της ΝΔ... Όλοι μαζί, εσωκομ­ματική και εξωκομματική αντιπολίτευση, λειτουρ­γούσαν σαν σύμμαχοι, που τους ενδιέφερε ένα μόνο πράγμα: η αποτυχία της κυβέρνησης και, σαν επακόλουθο, ο πολιτικός θάνατος του Κώστα Μητσοτάκη... 

Ο Κρητικός πολιτικός έβλεπε ξεκάθαρα ότι οι συ­σχετισμοί κάθε άλλο παρά ήταν υπέρ του. Το ΠΑΣΟΚ από την πρώτη στιγμή ακολουθούσε λυσσα­λέα αντιπολιτευτική τακτική, παρά το ότι βρέθηκε τόσες μονάδες πίσω από τη ΝΔ στις πρόσφατες εκλογές. Αλλά και ο Συνασπισμός άλλαξε εντελώς τακτική και, από το δόγμα «ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εξίσου αντίπαλοι», πέρασε στη θέση «βασικός αντίπαλος είναι η ΝΔ του Μητσοτάκη». Από την άλλη, μέσα στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ο πυρήνας που αυτοχαρακτηριζόταν ως «καραμανλικός» και που θεωρούσε τον Μητσοτάκη σχεδόν ανεπιθύμητο άρχισε να αναπτύσσει αντιπαλότητα. Κι όλα αυτά παρά την πλήρη αποκατάσταση του «Εθνάρχη» Καραμανλή από τον Μητσοτάκη, με την εκ νέου ε­κλογή του στην προεδρία της δημοκρατίας τον Μάιο του 1990. [Βρισκόταν άραγε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πίσω από τη συστηματική υπονόμευ­ση του Μητσοτάκη καθ’ όλη την περίοδο 1990- 93; Θα απαντήσει ο ιστορικός του μέλλοντος... Πάντως, οι άνθρωποι του όλοι, από τον Κωστή Στεφανόπουλο (που τότε ήταν εκτός ΝΔ) και τον Μιλτιάδη Έβερτ έως τον Γεώργιο Ράλλη και τα ανίψια του (Κώστα Καραμανλή και Μιχάλη Λιάπη) κάθε άλλο παρά «έβαλαν πλάτη» στις τότε -άκαρπες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων- προσπάθειες του Μητσοτάκη να ανασυντάξει τη χώρα]. 

Βέβαια δείγματα της νέας τάσης είχαν φανεί ήδη από τον προεκλογικό αγώνα το φθινόπωρο του 1989. Τότε, το κοινό μίσος κατά του Μητσοτάκη είχε οδηγήσει στη συγκρότηση της περίφη­μης «Δημοκρατικής Συμπαράταξης» [Η Δημοκρατική Συμπαράταξη ήταν ένα σχήμα που χωρούσε κυριολεκτικά τα πάντα, από τον Ιωάννη Μπούτο και τον Μανώλη Γλέζο έως τον Γεράσιμο Αρσένη και τον Αντώνη Μπριλλάκη... Την ίδια περίοδο η συστράτευση με το ΠΑΣΟΚ του άλλοτε «πρωθυπουργού του βουνού» Μάρκου Βαφειάδη φανέρωνε πλήρη κινητοποίηση α­όρατων μηχανισμών προς όφελος του Ανδρέα Παπανδρέου]. Η «Δημοκρατική Συμπαράταξη» προ­σχώρησε αμέσως στο ΠΑΣΟΚ, ενώ στη μονοε­δρική της Λευκάδας ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ κατέβηκαν με ενιαίο ψηφοδέλτιο, στερώντας έτσι από τη ΝΔ μια υπερπολύτιμη έδρα (την οποία είχε κερδίσει στις εκλογές του Ιουνίου). Αλλά και εξωκοινο­βουλευτικές δυνάμεις, από τους αναρχικούς «γνωστούς-αγνώστους» μέχρι και τη 17 Νοέμβρη, δραστηριοποιούνταν έντονα, μην κρύβο­ντας καθόλου την εχθρότητα που έτρεφαν στο πρόσωπο του Μητσοτάκη. Θαρρείς και κάποια μεγάλη δύναμη συντόνιζε όλα αυτά τα ετερόκλη­τα ρεύματα εναντίον του κοινού στόχου... 

Στις εκλογές του 1990 ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ συνεργά­στηκαν αυτή τη φορά σε όλες τις μονοεδρικές πε­ριφέρειες κι έτσι ακριβώς αποτράπηκε η αυτοδυ­ναμία της ΝΔ, παρά το 47% που πήρε. Η μοναδική μονοεδρική που κατέκτησε η Νέα Δημοκρατία ή­ταν εκείνη της Ευρυτανίας, που για δεύτερη συνε­χόμενη φορά κέρδισε άξια η χήρα του Παύλου Μπακογιάννη και κόρη του αρχηγού της ΝΔ, Ντό­ρα. Κι αυτό το κατάφερε παρά τη συσπείρωση ό­λων εναντίον της... 

Ο Μητσοτάκης γνώριζε ότι θα αντιμετώπιζε την πιο εχθρική αντιπολίτευση που είχε ποτέ αντιμετω­πίσει Έλληνας πρωθυπουργός. Ήταν φανερό ότι ήταν εντελώς ανεπιθύμητος από εξωελληνικούς κύκλους, οι οποίοι την περίοδο ακριβώς των ρα­γδαίων παγκόσμιων αλλαγών δεν ήθελαν έναν κα­θαρά φιλελεύθερο και εκσυγχρονιστή πρωθυ­πουργό στο τιμόνι της Ελλάδας... Έπρεπε λοιπόν να «τελειώνει», τουλάχιστον πολιτικά, και να απα­ξιωθεί πλήρως το έργο του. Τότε ο Μητσοτάκης προώθησε έναν νέο άνθρω­πο, που τον θεωρούσε συγκροτημένο και ταλα­ντούχο, τον βουλευτή Μεσσηνίας, Αντώνη Σαμα­ρά. Πίστευε ότι ο νέος πολιτικός είχε πολλά να προσφέρει κι έτσι του έδωσε ένα σαφές προβάδι­σμα, έστω και εις βάρος -όπως αργότερα αποδεί­χτηκε- της κόρης του, της Ντόρας. Έψαχνε τότε ο καινούριος πρωθυπουργός στηρίγματα μέσα στην κυβέρνηση, τα οποία να υλοποιούσαν τη νέα πολιτική σε νευραλγικούς τομείς, όπως ήταν εκεί­νος της εξωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό και ο Σαμα­ράς ήδη από τον καιρό της οικουμενικής κυβέρνη­σης προτάθηκε από τον Μητσοτάκη ως υπουργός εξωτερικών, θέση που διατήρησε και μετά τις ε­κλογές του 1990... 

Το φθινόπωρο του 1990 διεξήχθησαν οι δημοτι­κές εκλογές. ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ βρίσκονταν πλέον σε αγαστή συνεργασία, αφού σκοπός και των δύο δυνάμεων της αντιπολίτευσης ήταν η υπονόμευση με κάθε τρόπο της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Γι’ αυτό τον λόγο συνεργάστηκαν σε πλήθος δήμων, ξεχνώντας εντελώς όλα όσα μέχρι τότε τους χώρι­ζαν. Το «καυτό» καλοκαίρι του 1989 έμοιαζε πια μακρινό παρελθόν, κι ας είχε περάσει μόλις ένας χρόνος από τότε... 

Παρ’ όλη όμως τη συμμαχία των δυνάμεων της α­ντιπολίτευσης (με τη σύμπραξη ακόμα και της ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου, που είχε πλέον αποσύ­ρει τη στήριξή της από την κυβέρνηση... [Το καλοκαίρι του 1990 ο μοναδικός βουλευτής της ΔΗΑΝΑ, Θεόδωρος Κατσίκης, αποφάσισε να προσχωρήσει στη ΝΔ, από την οποία εξάλλου και προερχόταν. Την ίδια περίοδο το εκλογοδικείο κατοχύρωσε ακόμα μία έδρα υπέρ της Νέ­ας Δημοκρατίας, κι έτσι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της κυβέρνησης διαμορφώθηκε στις 152 έδρες. Η αντίδραση του Κωστή Στεφανόπουλου στην αποσκίρτηση του βουλευτή του ή­ταν σκληρή: έκανε λόγο για «αποστασία» και στράφηκε ευθέως κατά της κυβέρνησης και του Μητσοτάκη]), η ΝΔ διατήρησε τη δύναμή της στην τοπική αυτοδιοίκη­ση, κερδίζοντας εκ νέου σημαντικούς δήμους, ό­πως π.χ. τους δύο μεγαλύτερους της χώρας (Αθη­νών και Θεσσαλονίκης). Ο λαός, αντίθετα απ’ τον πολιτικό κόσμο της χώρας, εξέφραζε τη στήριξή του στην κυβέρνηση και την πολιτική της. Άρα ή­ταν φανερό για κάποια σκοτεινά κέντρα αποφάσε­ων ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πέσει μέ­σω εκλογών... Έπρεπε να αναζητηθούν άλλα μέ­σα για να πέσει ο Μητσοτάκης από την εξουσία... 

Στις 22 Νοεμβρίου του 1990 ξεκίνησε ένα κύμα καταλήψεων στα λύκεια της χώρας, με αφορμή τα μέτρα για την παιδεία που ανακοίνωσε πως θα λά­βει η κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση βρήκε την ευ­καιρία, μέσω αυτού του τόσο ευαίσθητου θέμα­τος, να κηρύξει ολικό πόλεμο κατά του Μητσοτά­κη, προσδίδοντας μυθικές διαστάσεις στον «ξεση­κωμό» των νέων, που παρουσιαζόταν σαν μαζικός και διεκδικητικός. Χτίσθηκε έτσι ένας μύθος, που ελάχιστη σχέση είχε με την πραγματικότητα, α­φού ακόμα και όταν οι καταλήψεις είχαν φτάσει στο ζενίθ τους τα υπό κατάληψη σχολεία δεν ξε­περνούσαν το 30% του συνόλου των σχολείων της χώρας. Όταν δε έφτασαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά η κατάσταση είχε σχεδόν πλήρως εκτονωθεί. 
Κι όμως η παραπληροφόρηση ήθελε ο αγώνας των μαθητών να είναι πανελλαδικός, ενώ τα Μ.Μ.Ε. έκαναν συνεχώς λόγο για πρωτοφανές χά­ος που δήθεν επικρατούσε, με όλα τα σχολεία να είναι... κλειστά! Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ άδραξε τότε την ευκαιρία και «προειδοποίησε» άκομψα την κυβέρνηση, λέγοντας πως οι κινητοποιήσεις των μαθητών ήταν τα προεόρτια για το «ηφαί­στειο» που σύντομα επρόκειτο να εκραγεί... 

Και τότε, αμέσως μετά τις γιορτές, συνέβη η μεγά­λη προβοκάτσια. Το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου 1991 σοβαρά επεισόδια ξέσπασαν στην Πάτρα α­νάμεσα σε καταληψίες και αντιτιθέμενους, με απο­τέλεσμα τον βίαιο θάνατο του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα. Ως δολοφόνος κατηγορήθηκε ένας τρα­πεζικός υπάλληλος, μέλος της Νέας Δημοκρατίας στην πόλη, αλλά τα πραγματικά αίτια του τραγι­κού συμβάντος παρέμειναν τελικά ανεξερεύνητα. Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύθηκε πλήρως το ατυχές γεγονός, το οποίο και ενέταξε στη γενικότερη πολεμική της κατά της κυβέρνησης, που βρέθηκε σε δύσκολη θέση ακριβώς τη στιγμή που οι κατα­λήψεις βρίσκονταν σε φθίνουσα πορεία... 

Αλλά και η γενικότερη βαλκανική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια κατάσταση καθόλου δεν βοήθησε τη νέα κυβέρνηση σ’ αυτό το τόσο δύσκολο ξεκίνη­μα. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 άνοιξε τους «ασκούς του Αιόλου» στη χερσόνησο του Αί­μου, με έντονο μάλιστα ελληνικό ενδιαφέρον, αφού στα βόρεια της χώρας σχηματίστηκε ένα κρατίδιο που αυτοαποκαλούνταν «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Εν τω μεταξύ η ΕΟΚ μετατρεπόταν πια σε Ευρωπαϊκή Ένωση και πλησίαζε το περιβόητο 1992, χρονιά που θα γινόταν πραγματι­κότητα η περαιτέρω ενοποίηση των κρατών που την απάρτιζαν (μεταξύ των οποίων φυσικά και η Ελλάδα). Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, η πτώ­ση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και, τελικά, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δη­μιουργούσαν ένα εκρηκτικό μείγμα, που οδηγού­σε τον κόσμο κυριολεκτικά στο άγνωστο. Αν σ’ αυ­τά προστεθεί και η περιπέτεια που προκάλεσε στον Περσικό Κόλπο ο Σαντάμ Χουσεΐν, λίγους μόλις μήνες έπειτα από την ανάληψη της εξουσί­ας στην Ελλάδα από τον Μητσοτάκη, μπορεί κα­νείς να καταλάβει τις δυσμενείς συγκυρίες που έ­πρεπε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση της ΝΔ, που εκτός από τα δυσεπίλυτα εσωτερικά προβλήματα είχε επιπρόσθετα να αντιμετωπίσει και έναν σωρό από πολύπλοκες διεθνείς καταστάσεις... 

Η αυτονόητη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλε­μο του Κόλπου το 1991 [Μέσα στα πλαίσια της συμμετοχής της στο NATO και άλλους διεθνείς οργανισμούς, κάτι που τήρησε εξάλλου αργότερα και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση (π.χ. στην επίθεση του NATO κατά της Γιουγκοσλαβίας το 1999)] (που έγινε μάλιστα και με τον πλέον ανώδυνο για τη χώρα τρόπο) συνά­ντησε την οξεία κριτική της αντιπολίτευσης. Κι αυ­τό, παρά το γεγονός ότι κατά του Ιράκ συνασπί­στηκαν τότε άπαντες: Αμερικανοί και Σοβιετικοί, Ευρωπαίοι και Μεσανατολίτες. Ειδικά το ΠΑΣΟΚ πήρε το μέρος του Σαντάμ, κατηγορώντας την κυ­βέρνηση ότι... θέτει την Ελλάδα σε κίνδυνο ολο­καυτώματος, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου προέ­βλεπε ότι ο πόλεμος στον Κόλπο θα ήταν φοβερά αιματηρός και πολύχρονος. Διαψεύστηκε όμως παταγωδώς, αφού ο συγκεκριμένος πόλεμος κά­θε άλλο παρά αιματηρός αποδείχτηκε, ενώ τέ­λειωσε σχεδόν αμέσως... 

Την εποχή που άρχιζε ο πόλεμος του Περσικού Κόλπου, ξεκινούσε στην Αθήνα η δίκη του σκανδά­λου Κοσκωτά, με απόντα το κεντρικό πρόσωπο του δράματος, τον πρώην πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, που αρνήθηκε να παραστεί στην ό­λη διαδικασία. Το ενδιαφέρον όλων ήταν έντονο και κορυφώθηκε με το τραγικό τέλος του Αγαμέ­μνονα Κουτσόγιωργα, λίγες ημέρες μετά το καρ­διακό και εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Το θλιβερό περι­στατικό εκμεταλλεύθηκε πλήρως το ΠΑΣΟΚ, που κατηγορούσε πια ανοιχτά τον Μητσοτάκη σαν... δολοφόνο! Άλλωστε εκτιμήθηκε ότι ο θάνατος του Κουτσόγιωργα ουσιαστικά λειτουργούσε κατά της Νέας Δημοκρατίας, αφού η κυβέρνηση έχασε την ευκαιρία μιας σχεδόν βέβαιης καταδίκης του από το ειδικό δικαστήριο, πόσο μάλλον που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ τον είχε εντελώς ξεγράψει και τον άφη­νε ακάλυπτο. 

Την περίοδο εκείνη οι τρομοκρατικές οργανώ­σεις στο εσωτερικό της χώρας πραγματικά οργί­αζαν. Για πρώτη φορά ειδικά η 17 Νοέμβρη προέ­βη σε τόσο πολλές και επικίνδυνες ενέργειες. Στόχος της ήταν αποκλειστικά ο Μητσοτάκης, την κυβέρνηση του οποίου κατηγορούσε έντονα, και μάλιστα με επιχειρήματα που δεν διέφεραν και πολύ από εκείνα της αντιπολίτευσης. Αποκορύφωμα της βίας υπήρξε η έκρηξη στην Πάτρα ι­σχυρής βόμβας, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ο δράστης και άλλα έξι άτομα. Εντύπω­ση προκάλεσε ότι το τρομακτικό γεγονός συνέβη την ημέρα της κηδείας του Κουτσόγιωργα και μά­λιστα στη γενέτειρα πόλη του. Ήθελαν άραγε να «τιμήσουν» κάποιοι τη μνήμη του με την τοποθέ­τηση μιας βόμβας; Το σοκαριστικό ήταν πως ο δράστης που διαμελίστηκε ήταν Παλαιστίνιος, κάτι που προκάλεσε πλήθος ερωτηματικών και έ­φερε σε δύσκολη θέση την αντιπροσωπεία της ΡLO στην Ελλάδα. 

Αλλά και η εσωκομματική αντιπολίτευση βρισκό­ταν σε πλήρη λειτουργία. Κάθε τόσο διαφωνίες και αμφισβητήσεις αναζωπυρώνονταν στο εσωτε­ρικό της ΝΔ, με βασικό στόχο τον Μητσοτάκη. Η ηχηρή παραίτηση του Σταύρου Δήμα το καλοκαίρι του 1991 συνοδεύτηκε από επίθεση κατά της οι­κογένειας του πρωθυπουργού, με την κατηγορία ότι από το παρασκήνιο κυβερνούν η σύζυγος του Μητσοτάκη, Μαρίκα, και η κόρη τους, η Ντόρα! Αλλά η περίπτωση Δήμα ήταν μόνο η αφετηρία μιας πρωτοφανούς εκστρατείας που ξεκινούσε κατά του Μητσοτάκη και της οικογένειάς του. Το ίδιο εκείνο διάστημα δύο βασικοί πόλοι της κυ­βέρνησης, ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος και ο Μιλτιάδης Έβερτ, εκδήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους με την πολιτική που ακολουθούσε ο πρωθυ­πουργός. Το φθινόπωρο του 1991 ο Έβερτ (που μόλις είχε απομακρυνθεί από το κυβερνητικό σχή­μα) προκάλεσε σκάνδαλο τεράστιων διαστάσεων και μάλιστα για ένα θέμα που τελικά αποδείχτηκε άσχετο με τον ίδιο! Κατήγγειλε έμμεσα τον πρω­θυπουργό άτι διενεργούσε -μέσω της ΕΥΠ- πα­ρακολούθηση εις βάρος του! Τελικά απεδείχθη ό­τι η ΕΥΠ δεν παρακολουθούσε τον πρώην μεγαλοϋπουργό, αλλά ξένο υπήκοο που ήταν ύποπτος για διακίνηση κόκκινου υδράργυρου και απλά τύχαινε να μπαινοβγαίνει στο κτίριο όπου είχε το γραφείο του ο Έβερτ... 

Και σαν να μην έφταναν όλες αυτές οι αρνητικές συγκυρίες, που εμπόδιζαν τον Μητσοτάκη να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, προέκυψε την ίδια εκείνη περίοδο η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Ύ­στερα από σταθερότητα δεκαετιών, το «πνεύμα της φιάλης» βγήκε στη φόρα και το μακεδονικό ζήτημα νεκρανέστησε παλιούς, ξεχασμένους, ε­θνικισμούς. Ένα σημαντικό πρόβλημα δημιουρ­γούνταν για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, πρόβλη­μα εξαιρετικής ευαισθησίας για τους Έλληνες και με μεγάλες πολιτικές (και όχι μόνο) προεκτάσεις. Αλλά ο τότε πρωθυπουργός φαινόταν ήρεμος. Εμπιστευόταν απόλυτα τον υπουργό εξωτερικών, έ­να δικό του «παιδί», τον Αντώνη Σαμαρά. Είχε πί­στη στις ικανότητές του και ήταν απόλυτα βέβαιος ότι ο νεαρός πολιτικός δεν θα τον πρόδιδε ποτέ. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρος ο Μητσοτάκης: ό­λοι να στρέφονταν εναντίον του, ο Σαμαράς θα στεκόταν σίγουρα στο πλευρό του...

Το ζήτημα των Σκοπίων 

Τα Σκόπια ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη Γιουγκοσλαβί­α στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, μέρα που έκτοτε ισοδυναμεί γι’ αυτά με εθνική επέτειο. Μέχρι τότε αποτελούσαν ξέ­χωρη δημοκρατία στο πλαί­σιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, με την επίσημη ονομασία «Γιουγκοσλαβική Σοσιαλιστική Δημο­κρατία της Μακεδονίας» και σημαία το πεντάκτινο αστέρι. Κι όμως οι ελληνικές κυβερνήσεις -στον βωμό των καλών σχέσεων με το Βελιγράδι- σιω­πούσαν προκλητικά επί σειρά δεκαετιών αναφο­ρικά με τη χρήση του ονόματος «Μακεδονία» από γειτονικό κράτος! Μάλιστα ο τότε πρωθυπουρ­γός, Ανδρέας Παπανδρέου, σε ομιλία του το 1986 στο 3ο Σώμα Στρατού δήλωσε δημόσια ότι η χρή­ση του ονόματος «Μακεδονία» είναι... εσωτερικό θέμα της Γιουγκοσλαβίας! 

Παρ’ όλα αυτά η διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας βρήκε τόσο την Ελλάδα όσο και την Ευρώπη τε­λείως απροετοίμαστες. Προς τα τέλη του 1991 εί­χαν ήδη ανακηρύξει την ανεξαρτησία τους από το Βελιγράδι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η Σλο­βενία, η Κροατία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η «Μακεδονία». Η μπαρουταποθήκη της Βαλκανικής ή­ταν και πάλι έτοιμη να εκραγεί, παρασύροντας στο διάβα της τα πάντα και ανοίγοντας παλιές βα­θιές πληγές στις μνήμες των λαών της περιοχής. Άλλωστε, πέρα από τις παραπάνω χώρες που α­νεξαρτητοποιήθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία, έτοι­μα για κάτι τέτοιο φαίνονταν (όπως απεδείχθη αρ­γότερα με την απόσχισή τους) και το Μαυροβού­νιο, αλλά και το Κοσσυφοπέδιο... 

Ειδικά για την Ελλάδα η ανακήρυξη των Σκοπίων σε ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Δημο­κρατία της Μακεδονίας» ξύπνησε άσχημες ανα­μνήσεις και τροφοδότησε τον εθνικισμό. Φωνές αλυτρωτικές ακούστηκαν τόσο στην Αθήνα όσο και στα Σκόπια και ένα νέο πρόβλημα προστέθηκε στα τόσα άλλα άλυτα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (ελληνοτουρκικές σχέσεις, Κυπριακό, Βορειοηπειρωτικό κ.ά.). Εκείνη ακρι­βώς την κρίσιμη ώρα φάνηκε ότι ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης έκανε λάθος, όταν εμπιστευό­ταν τον Αντώνη Σαμαρά για το τόσο νευραλγικό πόστο του υπουργού εξωτερικών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσάπτουν στον Σαμαρά ότι είχε α­πό τότε στο μυαλό του άλλα σχέδια, ότι θέλησε να παίξει το πολιτικό του μέλλον πάνω στη ράχη της Μακεδονίας... 

Στις 16 Δεκεμβρίου 1991 σημειώθηκε το πρώτο «άδειασμα» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από τον Αντώνη Σαμαρά. Τη μέρα εκείνη, στις Βρυξέλ­λες, συνήλθαν οι υπουργοί εξωτερικών των χωρών-μελών της ΕΟΚ, με κεντρικό θέμα την ανα­γνώριση των νέων κρατών που προέκυψαν στην Ανατολική Ευρώπη, μετά τη διάλυση της Γιουγκο­σλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Βασικότερα κριτήρια για την αναγνώρισή τους ήταν τα εξής: ο σεβασμός του «χάρτη» του ΟΗΕ, η αναγνώριση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την τελι­κή πράξη του Ελσίνκι, καθώς βέβαια και ο σεβα­σμός προς τους γείτονες (έλλειψη αλυτρωτικού πνεύματος κτλ.). Αλλά και ο Έλληνας πρωθυ­πουργός δήλωσε ξεκάθαρα πως, για να αναγνω­ρισθεί η νεότευκτη Δημοκρατία των Σκοπίων θα έ­πρεπε να εκπληρώνονται τρεις προϋποθέσεις: να εγγυάται το Σύνταγμα της καινούριας Δημοκρατί­ας ότι δεν τρέφει εδαφικές αξιώσεις έναντι της Ελλάδας, να διευκρινίσει ρητά ότι δεν υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα και, τέλος, να αλλάξει το όνομά της κατά τέτοιον τρόπο, ώ­στε να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις σε ό,τι αφορά την ιστορική συνέχεια. 

Μέχρι την τόσο κρίσιμη -όπως απεδείχθη εκ των υστέρων- ημερομηνία της 16ης Δεκεμβρίου του 1991 ο Αντώνης Σαμαράς ούτε καν είχε ασχολη­θεί με το ζήτημα των Σκοπίων! Έδειχνε μάλιστα σχεδόν αδιάφορος και το είχε υποβαθμίσει σε τό­σο μεγάλο βαθμό, που προκαλούσε εύλογες απορίες πώς άραγε είναι δυνατόν για τρεις ολό­κληρους μήνες (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1991) ο υπεύθυνος υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας να μην έχει σημάνει συναγερμό για τη Μακεδονί­α, δεδομένου ότι τα Σκόπια είχαν ήδη ανακηρύξει επίσημα την ανεξαρτητοποίησή τους(;)! Η απλή απάντηση, όπως φάνηκε κι απ’ τη συνέχεια, είναι ότι την περίοδο εκείνη ο Σαμαράς δεν είχε ακόμα καταλάβει ότι το ζήτημα της Μακεδονίας ήταν «χρυσάφι» για τον ίδιο και την πολιτική του καριέ­ρα. Μόνο στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 το κατά­λαβε και, εντελώς ξαφνικά, μετατράπηκε σε... «Μακεδονομάχο»! 

Απόδειξη για την πλήρη αδιαφορία Σαμαρά σχετι­κά με το ζήτημα των Σκοπίων είναι η έλλειψη κάθε αντίδρασης εκ μέρους του, όταν τα Σκόπια ανα­κηρύχθηκαν ανεξάρτητα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»! Επίσης, τον ίδιο μήνα, τον Σεπτέμβριο του 1991, αδιαφόρησε παντελώς για τον διο­ρισμό Έλληνα εκπροσώπου στην αρμόδια επι­τροπή Μπαντιντέρ, κάτι που θεωρήθηκε επιζήμιο για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Αλλά και δύο μόλις εβδομάδες πριν τη συνδιάσκεψη των Βρυξελλών, δηλ. στις 2 Δεκεμβρίου 1991, ο Αντώνης Σαμαράς υπέγραψε -μαζί με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους συναδέλφους του- τον περίφημο «Κανονισμό 3567/91» του Συμβουλίου υπουργών εξωτερικών της ΕΟΚ, σύμφωνα με τον οποίο η νε­ότευκτη Δημοκρατία των Σκοπίων αναγνωρίζεται ως... «Μακεδονία» σκέτο! Την ημέρα εκείνη, με την υπογραφή μάλιστα του Έλληνα υπουργού ε­ξωτερικών, πρωτοεμφανίστηκε η ονομασία «Δη­μοκρατία της Μακεδονίας»... 

Αλλά το εξοργιστικό σχετικά με τη στάση του Σαμαρά είναι άλλο: απέφυγε να ενημερώσει λεπτομερώς τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη για τον εν λόγω «Κανονισμό» κι έτσι το θέμα πνίγηκε μες στην όλο και πιο δύσκολη διαμορφωμένη κατά­σταση που αντιμετώπιζε η τότε κυβέρνηση. Κι ό­ταν αργότερα, το καλοκαίρι του 1993, δημοσιο­γράφοι επανέφεραν το θέμα σχετικά με τις τερά­στιες ευθύνες του Σαμαρά για τη γένεση του νεώ­τερου Μακεδονικού ζητήματος, αυτός προσπά­θησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυρι­ζόμενος ότι δεν παρέστη και δεν υπέγραψε το πρωτόκολλο εκείνο! Τα γεγονότα όμως τον διέψευδαν, παρά την απέλπιδα προσπάθεια που έ­κανε για να αποφύγει την «ταφόπλακα» της πολι­τικής του καριέρας... 

Και έφτασε έτσι η μοιραία 16η Δεκεμβρίου. Τότε ο Αντώνης Σαμαράς, χωρίς και πάλι να ενημερώ­σει λεπτομερώς τον πρωθυπουργό, υπέγραψε την τελική πράξη που οδήγησε στην τραγωδία της Γιουγκοσλαβίας. Διότι η απόφαση εκείνης της ημέρας γέννησε ανέμους και σκόρπισε θύελ­λες, αφού αμέσως μετά ξεκίνησαν οι τρομερές ε­χθροπραξίες στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλα­βίας και ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, που κράτησε πάνω από τρία χρόνια, έως και το 1995, και σαν αποτέλεσμα είχε τουλάχιστον 200.000 νε­κρούς, πολλαπλάσιους τραυματίες και ξεσπιτωμένους, αλλά και απομάκρυνε ακόμα περισσότε­ρο τα Βαλκάνια από την υπόλοιπη Ευρώπη... 

Ειδικά δε για την Ελλάδα, την αποφράδα εκείνη ημέρα γιγαντώθηκε εκ του μηδενός το ζήτημα των Σκοπίων. Οι σπόροι μας ατιμωτικής ήττας και μιας εθνικής ταπείνωσης για την ευρωπαϊκή Ελ­λάδα από ένα θνησιγενές κρατίδιο, χωρίς υποδομές, χωρίς καμία εθνική συνοχή, με τεράστια οι­κονομικά προβλήματα και απίστευτη ανεργία, ρί­χτηκαν εκείνη την ημέρα και με την υπογραφή του Έλληνα υπουργού εξωτερικών, του Αντώνη Σαμαρά... Ο οποίος ούτε καν ζήτησε την απάλειψη της λέξης «Μακεδονία» από το όνομα των Σκοπίων, χάνοντας έτσι η Ελλάδα μια μοναδική ευκαιρία να κλείσει προς όφελός της ένα πρόβλη­μα, που αργότερα μεταβλήθηκε σε γάγγραινα για τα συμφέροντα του ελληνισμού [Γιατί δεν διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοι­πους υπουργούς εξωτερικών της ΕΟΚ ο Αντώνης Σαμαράς την τόσο κρίσιμη 16η Δεκεμβρίου 1991; Δεν μας το αποκάλυψε ποτέ...]. 

Κι όμως έκτοτε ο Σαμαράς άρχισε να εμφανίζεται σαν αδιάλλακτος πατριώτης και «Σκοπιανοφάγος»! Ποιος, αυτός που μέχρι τότε καλλιεργούσε ένα υπερπροοδευτικό, σχεδόν διεθνιστικό, πρό­σωπο και αποκαλούσε μάλιστα την μουσουλμανι­κή μειονότητα της Δυτικής Θράκης «τουρκική»! Αυτός που άφησε να ανοίξουν ανεξέλεγκτα τα ελ­ληνοαλβανικά σύνορα, χωρίς να εξασφαλίσει κα­μία εγγύηση για τα εθνικά δικαιώματα της ελληνι­κής μειονότητας της Αλβανίας, έγινε ξαφνικά μα­χητικός εθνικιστής και δεν δεχόταν καμία δια­πραγμάτευση για το «ιερό όνομα της Μακεδονί­ας»... 

Η γενικότερη στάση του Αντώνη Σαμαρά στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 υπήρξε απαράδεκτη και προσβλητική προς τον πρόεδρο της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε, τον Κωνσταντίνο Μητσο­τάκη. Έγινε κατόπιν γνωστό ότι στα περιθώρια των διαπραγματεύσεων εκείνης της μέρας ο Σα­μαράς όχι μόνο δεν συνομίλησε με τον πρωθυ­πουργό του, αλλά... κρυβόταν επιμελώς, φοβού­μενος προφανώς μήπως συμβεί κάτι απρόοπτο που θα του χαλούσε τα σχέδια που προφανώς εί­χε στο μυαλό του. Αργότερα θέλησε να δικαιολο­γηθεί για την πρωτοφανή στάση του, να μην έχει δηλαδή άμεση επικοινωνία με τον πρωθυπουργό της χώρας για μείζον εθνικό θέμα, με διάφορα αστεία επιχειρήματα. Είπε π.χ. ότι δεν χρειαζόταν να μιλήσει με τον πρωθυπουργό, διότι οι οδηγίες που είχε λάβει από εκείνον ήταν συγκεκριμένες και δεν υπήρχε λόγος να αλλάξουν (τότε γιατί άραγε γίνονταν α πολύωρες διαπραγματεύσεις;)!... Επί­σης, είπε ότι ούτως ή άλλως οι θέσεις του δικαιώ­θηκαν, άρα όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοί­ρα (κι όμως το ζήτημα των Σκοπίων ακριβώς τότε διογκώθηκε και χάθηκε το όνομα της Μακεδονίας για τον ελληνισμό...). 

Ο Σαμαράς έχτισε έκτοτε την εικόνα του δήθεν α­συμβίβαστου πατριώτη για το όνομα της Μακεδονίας, στηριζόμενος ακριβώς πάνω στη συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου και τον περίφημο «τρίτο ό­ρο», που υποτίθεται ότι εξασφάλιζε τα ελληνικά δίκαια σχετικά με το πρόβλημα που αναδύθηκε [Τελικά, μετά από λίγο καιρό, φάνηκε η «γύ­μνια» του Σαμαρά, αφού όλοι απολύτως οι Ευρω­παίοι εταίροι της Ελλάδας αποδείχτηκε ότι ερμή­νευαν διαφορετικά από την ελληνική πλευρά τον «τρίτο όρο» της συμφωνίας. Ήταν λοιπόν θέμα ερμηνείας, όπως παραδέχτηκε αργότερα και ο ί­διος ο Σαμαράς και δεν επρόκειτο για μεγάλη δι­πλωματική του νίκη, όταν θέλησε να την παρου­σιάσει ως τέτοια στην προσπάθειά του να οικο­δομήσει το προφίλ του επερχόμενου ηγέτη...]. Ο όρος αυτός ανέφερε ότι καμία από τις νέες Δημοκρατίες που προέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ο­νομασία, η οποία να υποδηλώνει εδαφικές διεκδικήσεις [Οι άλλοι δύο όροι ήταν: να μην έχει εδαφικές διεκδικήσεις έναντι κάποιας γειτονικής χώρας και να μην πραγματοποιεί εχθρικές προπαγανδι­στικές δραστηριότητες]. 

Αντιφατική λοιπόν ήταν η στάση του Σαμαρά στην ιστορική συνεδρίαση των Βρυξελλών, στις 16 Δεκεμβρίου 1991. Από τη μια υπέγραψε το κεί­μενο που αναφερόταν σε ανεξάρτητη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και από την άλλη έβαλε τάχα τον όρο καμία ονομασία να μην υπονοεί αλυτρωτικές διαθέσεις. Μα το ένα αναιρεί το άλλο! Διότι πώς να πειστούν μετά οι Ευρωπαίοι για τα ελληνι­κά δίκαια, όταν ο ίδιος ο Σαμαράς με την υπογρα­φή του αναγνώρισε τα Σκόπια ως «Μακεδονία»; Άρα ο «τρίτος όρος» πήγαινε στον κάλαθο των α­χρήστων, αφού δεν αφορούσε με κανέναν τρόπο την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας», που ήδη είχε υπογράψει ο Σαμαράς! Πρόκειται για έ­να πολύ σκοτεινό σημείο της πολιτικής διαδρο­μής του Μεσσήνιου πολιτικού, που ο ίδιος δεν θέ­λησε ποτέ του να διαλευκάνει... 

Ό,τι δεν είχαν ως τότε καταφέρει να κάνουν η α­ντιπολίτευση ΠΑΣΟΚ-Αριστεράς, οι απεργιακές κινητοποιήσεις, το παραγωγικό σαμποτάζ στην οικονομία, η διεθνής εκστρατεία δυσφήμησης της χώρας και η τρομοκρατία εναντίον της οικο­γένειας Μητσοτάκη, το κατάφερε ο βασικός του συνεργάτης μέσω του «Μακεδονικού». Με αποτέ­λεσμα την πτώση αργότερα της κυβέρνησης Μη­τσοτάκη και τη μετατροπή της χώρας σε «δού­ρειο ίππο» μέσα στη Δύση σκοτεινών υπερδυνά­μεων... 

Έτσι λοιπόν, ο Σαμαράς στην ενημέρωση του πρωθυπουργού που ακολούθησε παρουσίασε την άσχημη τροπή των πραγμάτων σαν μια «με­γάλη ελληνική νίκη», που οφειλόταν στην πιστή υ­ποτίθεται εφαρμογή των οδηγιών που του είχε δώσει ο Μητσοτάκης. Ο τότε πρωθυπουργός αρ­χικά απέφυγε να επιπλήξει δημόσια τον υπουργό του, μην θέλοντας επιπροσθέτως να πιστέψει ότι ένας τόσο στενός του συνεργάτης τον εξέθεσε. Αλλά και ο, ανοιχτός σε κάθε ερμηνεία, «τρίτος ό­ρος» λειτούργησε το πρώτο διάστημα καθησυχα­στικά για τον Μητσοτάκη και το περιβάλλον του. 

Γρήγορα πάντως ο πρωθυπουργός και πρόε­δρος της ΝΔ κατάλαβε το διπλό παιχνίδι του Σα­μαρά. Ήταν όμως δύσκολο να πάρει ριζικές απο­φάσεις, δηλ. να τον απομακρύνει απ’ την κυβέρ­νηση, αφού η περίοδος εκείνη ήταν ιδιαίτερα κρί­σιμη. Ήταν οι μέρες της διεξαγωγής του πρωτο­φανούς σε όγκο συλλαλητηρίου της Θεσσαλονί­κης και το σύνθημα του πλήθους έπνιξε κάθε φω­νή λογικής: «Η Μακεδονία είναι μία και ελληνική»! Ο Σαμαράς απρόσμενα μεταβλήθηκε σε αγαπημένο των μαζών, στον μελλοντικό ηγέτη που θα οδηγούσε την Ελλάδα σε μια σύγχρονη «Μεγάλη Ι­δέα»! Οι δυνάμεις που κρύβονταν πίσω απ’ τον Σαμαρά έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση: ο Έλληνας υπουργός των εξωτερικών, ηθελημέ­να ή μη, έβαλε σε «τροχιά» το μεγάλο γεωπολιτι­κό τους σχέδιο... 

Η Ελλάδα είχε πέσει λοιπόν στην παγίδα. Με όχημα το «Μακεδονικό» έγινε κι αυτή μέρος του βαλ­κανικού προβλήματος, αντί να αποτελέσει την ή­ρεμη εκείνη δύναμη, ως η μόνη τότε χώρα-μέλος της ΕΟΚ και του NATO στην περιοχή, που θα πρωταγωνιστούσε στην -πολιτική, οικονομική και κοινωνική- αναδιαμόρφωση του βαλκανικού τοπίου. Η τακτική δηλ. του Αντώνη Σαμαρά να «παί­ξει» το χαρτί του ζητήματος των Σκοπίων οδήγησε την Ελλάδα σε μια φοβερή γεωπολιτική ανι­σορροπία... Χρόνια αργότερα, γενική ήταν η διαπίστωση ότι αν τότε η Ελλάδα δεν είχε ακολουθή­σει τη συναισθηματικά φορτισμένη πολιτική των «Μακεδονομάχων» {κυρίως του Σαμαρά, αλλά και του ΠΑΣΟΚ, που κι αυτό όψιμα είχε μπει στο «παιχνίδι» [Μέχρι τότε το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπαν­δρέου αδιαφορούσαν πλήρως για το λεγόμενο «Μακεδονικό» και, φυσικά, απέρριπταν το παλιό δόγμα της ελληνικής Δεξιάς περί «κινδύνου από τον Βορρά». Εκείνους δε που ασχολούνταν με τα εθνικά θέματα της Ελλάδας που σχετίζονταν με τις βόρειες χώρες τον αποκαλούσαν χωρίς δεύ­τερη σκέψη «αντιδραστικό» και «φασίστα». Μέ­χρι το 1991-92 για το ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του τα μόνα εθνικά θέματα προς συζήτηση ήταν εκεί­να που είχαν σχέση με την Τουρκία (Κύπρος, Αι­γαίο και Θράκη)]}, θα έπαιζε τον πλέον σημαντικό και ρυθμιστικό ρόλο στα Βαλκάνια: θα είχε καταστεί μία σύγχρονη ευρωπαϊκή δύναμη, που θα την σέβονταν όλοι στο ολισθηρό πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων... 

Εξαιτίας όμως της πολιτικής των πατριδοκάπη­λων η Ελλάδα παρουσιάστηκε από τα ξένα ΜΜΕ ως μια χώρα σχεδόν τριτοκοσμική και ξενοφοβι­κή, με άκρως επεκτατικές βλέψεις, που επιθυμού­σε τη διάλυση και την απορρόφηση του κράτους των Σκοπίων. Άλλωστε ο τότε ηγέτης των Σέρ­βων, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, πρότεινε στον Έλληνα πρωθυπουργό να μοιράσουν οι δυο χώρες το κρατίδιο και να αποκτήσουν έτσι κοινά σύ­νορα! [Φυσικά ο Μητσοτάκης απέρριψε ασυζητητί την προβοκατόρικη πρόταση, η οποία φιλοδοξούσε να χύσει λάδι στη φωτιά και να ρίξει την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή σε φοβερές περιπέτειες... Αντίθετα, την πρόταση Μιλόσεβιτς υποστήριξε έμμεσα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέ­ας Παπανδρέου] 

Εν τω μεταξύ, ο έμπειρος Μητσοτάκης, ένας πο­λιτικός που πέρασε δια πυρός και σιδήρου (όσο κανένας άλλος σύγχρονος Έλληνας πολιτικός), είχε πλέον καταλάβει πού οδηγούσε η πολιτική Σαμαρά. Αισθανόταν πικραμένος από τη συμπερι­φορά του υπουργού που εμπιστεύθηκε και τόσο στήριξε κατά το παρελθόν [Όντως, στις έντονες κριτικές που του είχαν α­σκηθεί την περίοδο 1989-90, όταν δηλ. πρόβαλλε τον Σαμαρά ως φιλόδοξο νέο πολιτικό και ισχυ­ρό υπουργό των εξωτερικών, από διάφορες πλευρές (π.χ. από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή), ο Μητσοτάκης τον κάλυψε πλήρως. Πίστευε τότε ότι στο πρόσωπο του Σαμαρά είχε βρει έναν πι­στό συνεργάτη, που θα προωθούσε την πολιτική του στις τόσο δύσκολες συνθήκες που είχαν δια­μορφωθεί...]. 
Η ρήξη ανάμεσα σε «πατέρα» και «γιο» θα ήταν τραγική, μα αναπό­φευκτη... 

Η ρήξη 

Την περίοδο εκείνη ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης αντιμετώπιζε πλέον την εχθρική συμπεριφορά, όχι μόνο της αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης Αριστεράς, αλλά και διάφορων εσωκομματικών πτερύγων, που είχαν διαμορφω­θεί από καιρό και που ετοίμαζαν το τελικό χτύπη­μα κατά του αρχηγού τους. Δύο βασικά αντιμητσοτακικοί πόλοι είχαν σχηματιστεί στο εσωτερι­κό της ΝΔ: Ο ένας είχε ηγέτη τον Μιλτιάδη Έβερτ, τον περίφημο «Μπουλντόζα» των δημοτικών εκλογών του 1986, επικεφαλής του ρεύματος της «λαϊκής Δεξιάς», και ο άλλος τον Αντώνη Σαμα­ρά, που -αξιοποιώντας στο έπακρο το ζήτημα των Σκοπίων- τέθηκε επικεφαλής των «αβερωφικών» της Νέας Δημοκρατίας, μιας συντηρητικής τάσης εθνικοφρόνων. 

Αμφότεροι, Έβερτ και Σαμαράς, άρχισαν πια να στρέφονται ανοιχτά κατά του Μητσοτάκη, προ­σπαθώντας να πάρει ο καθένας για λογαριασμό του το προβάδισμα στην «κούρσα δρόμου» που οδηγούσε στην ηγεσία της ΝΔ και, πιθανότατα, στην πρωθυπουργία. Φάνηκαν έτσι και οι δυο αυ­τοί πολιτικοί μάλλον ανεύθυνοι όχι μόνο απέναντι στον πρόεδρο του κόμματος στο οποίο ανήκαν, αλλά και απέναντι στο 47% του λαού, που είχε δώσει συντριπτική νίκη-εντολή στον Μητσοτάκη, για να αλλάξει την Ελλάδα προς το καλύτερο. 

Ιδιαίτερα η ρήξη του πρωθυπουργού με τον Σα­μαρά είχε τραγικές διαστάσεις. [Άλλωστε κανείς ουσιαστικά δεν ξαφνιάστη­κε από τη δυναμική εσωκομματική αντιπολί­τευση του Έβερτ. Ο Έβερτ, ακραιφνής καραμανλικός, πάντοτε έβλεπε ανταγωνιστικά την πρόοδο του φιλελεύθερου πολιτικού και ποτέ δεν είχε υποστηρίξει έμπρακτα τις προσπάθειές του να επαναφέρει τη Νέα Δημοκρατία στην εξουσία. Αντιθέτως υπήρξε σε όλα αντί­θετος με τον Μητσοτάκη: κρατικιστής και εχθρός της ελεύθερης αγοράς, συντηρητικός και οπαδός της παλιάς «άκαμπτης» Δεξιάς...] Ξεκίνησε ήδη α­πό τον Δεκέμβριο του 1991 και ολοκληρώθηκε με δραματικό τρόπο στα μέσα της επόμενης άνοι­ξης.

Δημιουργήθηκε έτσι ένα πολιτικά αγεφύρω­το ρήγμα, που δεν θα έκλεινε ποτέ. Η σύγκρουση ανάμεσά τους οδήγησε στη διάσπαση της παρά­ταξης και στην ενδεκαετή κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ που ακολούθησε. Η σύγκρουση εξάλλου ευνο­ούσε τα μέγιστα τον Μιλτιάδη Έβερτ, που έβλε­πε τους δυο αντιπάλους του να αλληλοεξουδετερώνονται και ο ίδιος να οδηγείται εκ των πραγμά­των στην καρέκλα του προέδρου της Νέας Δη­μοκρατίας... 

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και στον απόηχο του γιγα­ντιαίου παμμακεδονικού συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύ­σκεψη των πολιτικοί αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας, με τη συμμετοχή και του υπουργού εξωτερικών, στις 18 Φεβρουαρίου 1992. Ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης βρέθηκε έ­τσι μαζί με τους Ανδρέα Παπανδρέου και τις δύο γυναίκες που έσπασαν το ανδρικό κατεστημένο και ήταν επικεφαλής των κομμάτων της Αριστε­ράς (Αλέκα Παπαρήγα του ΚΚΕ και Μαρία Δαμα­νάκη του ΣΥΝ) στο τραπέζι των διαβουλεύσεων υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας Καραμανλή, για να συζητηθεί η δυνατότητα χάραξης ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και, ειδικότερα, να βρε­θούν τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος που ανέκυψε με τα Σκόπια. Οι πολιτικοί αρχηγοί δήλωσαν ότι δεν διαφώνησαν καθόλου στον χει­ρισμό του «Μακεδονικού», αλλά προέκυψαν εν­στάσεις από τις διαφορετικές θέσεις τους πάνω στα ελληνοτουρκικά θέματα. 

Φαινομενικά λοιπόν η σύσκεψη εξελίχθηκε πάρα πολύ καλά τόσο για τα ελληνικά εθνικά συμφέρο­ντα όσο και για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Άλλωστε ο Αντώνης Σαμαράς δεν τόλμησε να εκ­φράσει ανοιχτά τις όποιες διαφωνίες του και έδειχνε να επανέρχεται σε ηπιότερες θέσεις. Δυστυ­χώς όμως για τον τότε πρωθυπουργό το χτύπημα ήρθε από αλλού: Την ίδια ημέρα την παραίτησή του υπέβαλε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ένας εκ των σκλη­ρών ενδοκυβερνητικών αντιπάλων του Μητσοτά­κη. Χάθηκε έτσι επικοινωνιακά το πλεονέκτημα που απέκτησε η κυβέρνηση σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία για την ίδια [Μόλις έναν μήνα πριν είχε αθωωθεί, λόγω αμφιβολιών, από το ειδικό δικαστήριο ο πρόε­δρος του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ φάνηκε να κερδίζει τα μέγιστα απ’ αυτήν την απόφαση, την οποία φυσικά εκμεταλλεύθηκε πλήρως ε­πικοινωνιακά και σε βάρος της κυβέρνησης.], ακριβώς εξαιτίας της ξαφνικής κίνησης Κανελλόπουλου. Δύσκολα κανείς μπορεί να πειστεί ότι δεν ήταν εκ των προτέ­ρων σχεδιασμένη αυτή η ενέργεια, ακριβώς γα να ακυρώσει μα ενδεχόμενη επιτυχία του Μητσο­τάκη στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών... 

Ο Μάρτιος του 1992 είναι ένας φαινομενικά ήρε­μος μήνας, όσον αφορά τουλάχιστον το ζήτημα των Σκοπίων. Στην πραγματικότητα όμως το «κα­ζάνι έβραζε». Άλλωστε ο μήνας αυτός έκλεισε με τον θάνατο ενός σύγχρονου συμβόλου της Μα­κεδονίας, του κορυφαίου αρχαιολόγου Μανόλη Ανδρόνικου. Εκείνο το χρονικό διάστημα σε συνέντευξή του ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί αντιφατική πολιτική στο μείζον εθνικό θέμα: Από τη μία η α­νένδοτη στάση του Αντώνη Σαμαρά (δεν πρέπει τα Σκόπια να αναγνωριστούν αν στην ονομασία τους περιέχεται ο όρος «Μακεδονία») και από την άλλη η «υποχωρητική» στάση του πρωθυ­πουργού Μητσοτάκη (τo όνομα δεν έχει και τόση σημασία). Είναι εμφανές ότι η δήλωση αυτή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης βοή­θησε εκείνη την ώρα αφάνταστα τον Σαμαρά, που τον παρουσίαζε στα μάτια της απληροφόρη­της ελληνικής κοινής γνώμης σαν «ασυμβίβαστο αγωνιστή», που τον πολεμάει ο «κακός» πρωθυ­πουργός του! 

Εν τω μεταξύ, στις 5 Απριλίου 1992, διεξήχθησαν στη Β΄ εκλογική περιφέρεια Αθηνών αναπληρωματικές εκλογές γα την κάλυψη της θέσης του καταδικασθέντος βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Δημή­τρη Τσοβόλα. Το μόνο από τα μεγάλα κόμματα που συμμετείχε ήταν το ΠΑΣΟΚ, το οποίο και έλα­βε σημαντικά ποσοστά, παίρνοντας πάνω από 100.000 ψήφους περισσότερες απ’ ότι στις εκλο­γές του 1990. Η επιτυχία αυτή του ΠΑΣΟΚ, που κατέλαβε εκ νέου την έδρα, θεωρήθηκε απ’ ό­λους ως μία προειδοποίηση πολλών πολιτών προς την κυβέρνηση, η οποία έμοιαζε άτολμη στα βήματά της και κάθε άλλο παρά εφάρμοζε την πολιτική της. Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι ήταν αδύνατον με τις συνθήκες που τότε διαμορφώθη­καν ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης να εφάρμοζε ένα μικρό έστω μέρος του προγράμματός του... 

Φτάσαμε έτσι στη μοιραία δεύτερη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημο­κρατίας Καραμανλή, με συμμετοχή και πάλι του Αντώνη Σαμαρά. Ήταν στις 13 Απριλίου 1992, η μέρα κατά την οποία και επισημοποιήθηκε η οριστική ρήξη στη σχέση Μητσοτάκη-Σαμαρά, μια ρήξη που -αν και υπέβοσκε από καιρό- ήρθε α­πότομα στην επιφάνεια. Ο Σαμαράς παρέμεινε στην αρχή της σύσκεψης και κατόπιν αποχώρησε. Ήταν η τελευταία φορά που θα καθόταν πλάι στον Κώστα Μητσοτάκη... Μετά το τέλος της σύ­σκεψης, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την απόφασή του να αποπέμψει τον υπουργό των εξωτε­ρικών και να αναλάβει προσωρινά ο ίδιος το υ­πουργείο. Ο Σαμαράς αντέδρασε έντονα στην αποπομπή του, αφήνοντας διάφορα υπονοούμενα για την από εκεί και πέρα στάση του. 

Αλλά και με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις η συναίνεση ήταν εξαιρετικά εύθραυστη. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ και ΚΚΕ επέκριναν τους χειρισμούς της κυ­βέρνησης. Μάλιστα τη φορά αυτή το ΚΚΕ διαφο­ροποιήθηκε απ’ όλες τις υπόλοιπες πολιτικές δυ­νάμεις, λέγοντας πως δεν συμφωνεί με τη θέση πως η Ελλάδα πρέπει να αναγνωρίσει το κράτος των Σκοπίων στην περίπτωση μόνο που τηρηθούν και οι τρεις όροι της ΕΟΚ της 16ης Δεκεμβρίου 1991 [Το ΚΚΕ αποσυνέδεσε με δυο λόγια το ζήτη­μα των Σκοπίων από τους σαφείς όρους που είχε θέσει η ΕΟΚ γα αναγνώριση της νεότευ­κτης Δημοκρατίας.]. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα το ΚΚΕ θα αντιμετωπίζει με τη δική του ιδιαίτερη προσέγγι­ση το ζήτημα των Σκοπίων, ξεφεύγοντας απ’ τη «μέγγενη» των εθνικιστικών εντυπώσεων. 
Την επόμενη μέρα της σύσκεψης, στην παραλα­βή του υπουργείου εξωτερικών, ο Μητσοτάκης αναγκάστηκε αυτή τη φορά να δηλώσει ότι η συ­γκυρία των πραγμάτων ήταν που οδήγησε σε αλ­λαγή της ηγεσίας του υπουργείου. Μέχρι τότε κάλυπτε πλήρως τον Σαμαρά, έστω και για να μην προκαλέσει μία ακόμα πληγή στο σώμα της τόσο ταλαιπωρημένης κυβέρνησής του. Αλλά κι ο Σαμαράς στην παράδοση του υπουργείου δή­λωσε με νόημα ότι «ο καθένας γράφει την ιστορί­α του»... Κι ύστερα έφυγε απελευθερωμένος από το «βάρος» της συμμετοχής του σε μια κυβέρνη­ση, στην οποία ηγούνταν ο υπ’ αριθμόν ένα πια ε­χθρός του. Έτσι ξεκινούσε για τον τόπο ένα απί­στευτο πολιτικό θρίλερ, με μπόλικο παρασκήνιο, ίντριγκες και προδοσίες... 

Μια τρίτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας πραγματοποιήθη­κε στις 14 Ιουνίου 1992. Στην τελευταία σύσκεψη εκείνης της περιόδου ο πρωθυπουργός Μητσο­τάκης συμμετείχε και με την ιδιότητα του υπουργού εξωτερικών. Το ΚΚΕ επιβεβαίωσε τη ριζική αλλαγή πορείας του, αφού ήταν το μόνο που δεν προσυπέγραψε το κείμενο της συμφωνίας των πολιτικών αρχηγών, λόγω γενικότερων διαφω­νιών (όπως δήλωσε η γραμματέας του, Αλέκα Παπαρήγα). Αλλά και οι υπόλοιποι αρχηγοί της α­ντιπολίτευσης, ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Μα­ρία Δαμανάκη, εξέφρασαν και πάλι τις διαφωνίες τους με ορισμένες επιλογές της κυβέρνησης και μάλιστα αντιτάχθηκαν σε πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας σε κάποια από τις ειρηνευτικές στρατιω­τικές αποστολές στην πρώην Γιουγκοσλαβία. 

Η στάση του προέδρου της δημοκρατίας, Κων­σταντίνου Καραμανλή, υπήρξε γα πολλούς αινιγ­ματική τον καιρό εκείνο. Ο αυστηρά συντονιστικός ρόλος του στις τρεις συσκέψεις των πολιτι­κών αρχηγών δεν του επέτρεψε να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σ’ αυτό το τόσο κρίσιμο εθνικό ζήτημα. Παρ’ όλα αυτά η γενική εντύπωση ήταν ότι κινούνταν ανάμεσα στις θέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά: Δεν έφευ­γε δηλ. από το κλίμα του λαϊκισμού και της πατριδοκαπηλίας που είχε δημιουργηθεί στην Ελλάδα εκείνη τη χρονική περίοδο. Άλλωστε τα δάκρυά του στο αεροδρόμιο, όταν και τόνισε βουρκωμέ­νος ότι υπάρχει μόνο μία Μακεδονία κι αυτή είναι ελληνική, υπήρξαν τρανή απόδειξη των αντιλήψεών του πάνω στο «Μακεδονικό» θέμα. Οι εθνικι­στικές όμως φωνές κάλυπταν κάθε άλλη άποψη εκείνο τον καιρό, τόσο που ο πρωθυπουργός Μη­τσοτάκης αναγκάστηκε να δηλώσει με κάποια δό­ση πικρίας ότι «σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα θυ­μάται το όνομα της Μακεδονίας»! [Πράγματι, πέρασαν πολύ λιγότερα από δέ­κα χρόνια, όταν το πρώην φανατικά «πατριωτι­κό» ΠΑΣΟΚ, μετά από ένα δεκαοκτάμηνο ε­μπάργκο στα Σκόπια (που προκάλεσε την ορ­γή Ευρωπαίων και Αμερικανών), πραγματο­ποίησε θεαματική στροφή 180 μοιρών στο θέ­μα και αναγκάστηκε να υπογράψει την περί­φημη «Ενδιάμεση Συμφωνία» της Νέας Υόρ­κης, που έδινε πολλά στους Σκοπιανούς, παίρνοντας μόνο κάποιες -ούτως ή άλλως αναπό­φευκτες για τα Σκόπια- μικροϋποχωρήσεις. Πάντως αυτή η μεταβατική συμφωνία, διάρ­κειας επτά ετών, έληξε ήδη το 2002, χωρίς εν τω μεταξύ να βρεθεί καμία μόνιμη λύση.] 

Ήταν πια φανερό ότι στο εσωτερικό της Ελλά­δας, και σε σχέση πάντα με το «Μακεδονικό», εί­χαν διαμορφωθεί δύο άκρως αντίθετες μεταξύ τους πολιτικές: Η πολιτική της εθνοκαπηλείας και του ουσιαστικού (και όχι μόνο λεκτικού) αντιδυτικισμού, που περιελάμβανε τόσο το ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά όσο και δυνάμεις της ευρύτερης Κεντροδεξιάς (Σαμαράς, Έβερτ, αλλά και ο πρό­εδρος της δημοκρατίας Καραμανλής) και η πολι­τική της σύγχρονης, φιλελεύθερης και ευρωπαϊκής, αντιμετώπισης των πραγμάτων, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της χώρας, με μοναδικό ουσιαστικά εκφραστή τον Μητσοτάκη και τον προσκείμενο σ’ αυτόν πολιτικό κύκλο. Πραγματι­κά, ήταν τεράστιο το βάρος για τον τότε πρωθυπουργό, που είχε αναλάβει τον δυσβάσταχτο φόρτο να οδηγήσει την Ελλάδα στα δύσβατα μο­νοπάτια μιας ολότελα νέας εποχής. Η πολιτική μοναξιά σ’ όλο της το μεγαλείο... 

Από εκεί και πέρα ο πόλεμος κατά της κυβέρνη­σης κλιμακώθηκε. Το ΠΑΣΟΚ, όπως συνήθιζε, ξέ­χασε γρήγορα τα περί εθνικής συναίνεσης και, εκμεταλλευόμενο το λαϊκό αίσθημα, εξαπέλυσε πλήρη επίθεση κατά του Μητσοτάκη. Έτσι, την ημέρα κατά την οποία ξεκινούσε η αποφασιστικής σημασίας σύνοδος των ηγετών των κρατών-μελών της ΕΟΚ, στη Λισαβόνα, στις 26 Ιουνίου 1992, ο Ανδρέας Παπανδρέου προέβη απ’ τη Θεσσαλονίκη σε εμπρηστικές δηλώσεις με αιχμή το «Μακεδονικό», ένα θέμα που μέχρι πριν λί­γους μήνες χαρακτήριζε δημόσια ως... ανύπαρ­κτο! Η σιωπηρή στάση τόσο του Σαμαρά όσο και των υπόλοιπων αντιμητσοτακικών της ΝΔ ερμη­νεύτηκε ως πρώτης τάξης συμμαχία ανάμεσα σ’ αυτούς και το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να ξεμπερ­δέψουν με τον «ενοχλητικό» Μητσοτάκη [Πραγματικά, δεν υπήρχε τότε κανένα αρρα­γές μέτωπο στην ελληνική πολιτική σκηνή σχε­τικά με τα μεγάλα εθνικά μας ζητήματα. Ή μάλλον υπήρχε ένα: Αυτό κατά του Μητσοτά­κη, εναντίον του οποίου είχαν συσπειρωθεί ά­παντες... Ιδού ένας από τους βασικούς λό­γους της αποτυχίας της ελληνικής διπλωματί­ας στο ζήτημα των Σκοπίων.]. 

Στη Λισαβόνα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον έναντι της Ελλάδας, ο Μητσοτάκης πέτυχε τελικά να επιβάλει στην κοινή απόφαση των ηγετών των χωρών-μελών της ΕΟΚ τη ρητή αναφορά ότι το νέο κράτος θα αναγνωριστεί μόνο σε περί­πτωση που δεν θα περιλαμβάνεται στην ονομασί­α του η λέξη «Μακεδονία». Ήταν χωρίς αμφιβολί­α μια μεγάλη προσωπική νίκη του τότε πρωθυ­πουργού. 

Κι όμως η μεγάλη αυτή επιτυχία έμεινε εντελώς ανεκμετάλλευτη και πέρασε στα... ψιλά στο εσω­τερικό της Ελλάδας! Έμειναν μόνο οι κορώνες της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που κάθε μέρα επιτίθονταν σφόδρα κατά του πρωθυπουργού, καταλογίζοντάς του άδικα πράγματα και κατα­στάσεις που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα... Τότε ήταν που ο Ανδρέας Παπαν­δρέου έριξε το σύνθημα ότι ο Μητσοτάκης «πρέ­πει να φύγει», χαρακτηρίζοντας την ελληνική επι­τυχία στη Λισαβόνα ως «άθλιο χειρισμό»! 

Αντικειμενικά η αναμφισβήτητη αυτή επιτυχία του Μητσοτάκη (που ξοδεύτηκε αναίτια τον επό­μενο χρόνο από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ) έ­δειχνε αρκετά πράγματα. Έδειχνε καταρχάς ότι απ’ τη στιγμή που ανέλαβε ο ίδιος ο πρωθυπουργός προσωπικά τον τομέα της εξωτερικής πολιτικής μπορούσε να έχει επιτυχίες, που ούτε καν ο­νειρευόταν ο προκάτοχός του στο υπουργείο. Έ­δειχνε ακόμα ότι ο Αντώνης Σαμαράς είχε ακο­λουθήσει μία χωρίς σοβαρό σχεδιασμό γραμμή, ποντάροντας «ατυχώς» σε λάθος συμμαχίες που οδήγησαν το όλο ζήτημα σε αδιέξοδο [Για τα λάθη τότε του Σαμαρά «βάρυνε» η έλ­λειψη πείρας, αλλά και η αδικαιολόγητη ευθυ­νοφοβία που συνοδευόταν από ψευτολεονταρισμούς.]. Μάλι­στα «ζήτησε και τα ρέστα», κραυγάζοντας ότι τά­χα θυσίασε την καρέκλα του για χάρη της Μακε­δονίας! 

Τις ίδιες εκείνες φοβερά δύσκολες ώρες ο Αντώνης Σαμαράς είχε υποπέσει σε μία παράξενη σιωπή. Δεν σχολίασε καθόλου την απόφαση της Λισαβόνας, αν και μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν ο αρμόδιος επί του θέματος υπουργός. Η σιωπή του Σαμαρά την περίοδο εκείνη μπορεί να ερμη­νευτεί μόνο υπό το πρίσμα των όσων ακολούθησαν. Πολύ απλά, ο φιλόδοξος πολιτικός ανέμενε το τέλος του καλοκαιριού, για να συνεχίσει την ε­πίθεση κατά του ανθρώπου που τον ανέδειξε. Έ­νας νέος κύκλος άνοιγε: Ο Μητσοτάκης έπρεπε να φύγει από την κυβέρνηση...

Στην τελική ευθεία για την πτώση... 

Τον Αύγουστο του 1992 έγινε μικρής έκτασης ανα­σχηματισμός της κυβέρ­νησης. Ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης προσπάθησε να δώσει την ώθηση για έ­να νέο ξεκίνημα, μετά από δύο μάλλον άκαρπα χρόνια και υπό το βάρος των νέων συνθηκών που επικρατούσαν στην παράταξη: δηλ. την ουσιαστική ανταρσία ενα­ντίον του, που προκαλούσε διαρκώς η εσωκομματική αντιπολίτευση. Το υπουργείο εξω­τερικών παραχωρήθηκε σε έναν πολύπειρο και μετριοπαθή πολιτικό, τον Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ανέλαβε να «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά», ειδικά στο πρό­βλημα με τα Σκόπια [Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός πως ε­κείνη ειδικά την περίοδο κανένας απολύτως δεν επιθυμούσε να αναλάβει τον θώκο του υπουρ­γείου εξωτερικών, το οποίο -λόγω της εμπλοκής των Σκοπίων- θεωρούνταν ούτε λίγο ούτε πολύ «καυτή πατάτα» στα χέρια του οποιουδή­ποτε πολιτικού...]. 

Δυστυχώς όμως για την κυβέρνηση, εκείνες τις ημέρες του περιορισμένου ανασχηματι­σμού το ζήτημα των Σκοπίων έλαβε δραματική τροπή. Εντελώς αιφνιδιαστικά η Ρωσία αναγνώρισε το νεαρό κρατίδιο ως «Δημοκρατί­α της Μακεδονίας» (με το συνταγματικό του δηλ. όνομα), κάτι που αποτελούσε αναπάντε­χη επιτυχία της σκοπιανής διπλωματίας και δυσχέραινε κατά πολύ τα πράγματα για την Ελλάδα. Επίσης, τις ίδιες ημέρες το κοινοβούλιο των Σκοπίων πήρε την απόφαση να καθιερωθεί σαν εθνικό σύμβολο της Δημο­κρατίας αυτής το περίφημο δεκαεξάκτινο α­στέρι, ο «Ήλιος της Βεργίνας», κάτι που η ελ­ληνική πλευρά θεώρησε ως καπηλεία του ε­θνικού της συμβόλου. 

Η κατάσταση λοιπόν, παρά τη μεγάλη επιτυ­χία της Λισαβόνας, έγινε ακόμα πιο περίπλο­κη. Πάνω που η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν έτοιμη να «ανασάνει» μετά από πολύ καιρό, νέα χτυπήματα προστέθηκαν στις ήδη υπάρ­χουσες ανοιχτές πληγές. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Παπανδρέου, δήλωσε ότι η κυβέρνη­ση Μητσοτάκη οδηγεί τον τόπο στην εθνική καταστροφή, ενώ και ο πρόεδρος της Δημο­κρατίας, Καραμανλής, είπε ότι αυτά που συμβαίνουν στην ελληνική και τη διεθνή ζωή δεν εξηγούνται λογικά [Ήταν η δεύτερη φορά που ο «εθνάρχης» Κα­ραμανλής χρησιμοποιούσε όρους ψυχιατρικής, προκειμένου να ερμηνεύσει τα πολιτικά πράγ­ματα. Την πρώτη φορά, τον Ιανουάριο του 1989, με τα σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ να κυριαρχούν στην επικαιρότητα, είχε προβεί στην τραγική δήλωση: «Η χώρα μετατράπηκε σε ένα απέρα­ντο τρελοκομείο»!...]... Αλλά ο Σαμαράς, ο άν­θρωπος που βρισκόταν στο επίκεντρο του προβλήματος, εξακολουθούσε να κρατά από­λυτη σιγή. 

Τότε ήταν που η κυβέρνηση, δια στόματος του νέου υπουργού εξωτερικών, Παπακωνσταντίνου, δήλωσε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να αναγνωρίσει και να βοηθήσει το νέο κρά­τος που σχηματίστηκε στα βόρεια σύνορά της, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα κλέ­βει τα ελληνικά ιστορικά σύμβολα και θα απα­λείψει το όνομα «Μακεδονία» από την επίση­μη ονομασία της. Φάνηκε λοιπόν ότι η ελληνι­κή κυβέρνηση, χωρίς να υποχωρεί στις βασι­κές αρχές της, ήταν πρόθυμη να δεχτεί έναν περήφανο και εξυπηρετικό προς τα ελληνικά συμφέροντα συμβιβασμό. Άλλωστε πρόε­δρος των Σκοπίων τα χρόνια εκείνα ήταν ένας «μαθουσάλας» πολιτικός από την εποχή της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ο Κίρο Γκλιγκόροφ, που είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να δεχτεί μια σύνθετη ονομασία, μετά βέβαια από σκληρές διαπραγματεύσεις. Κι όμως η ευκαιρία εκείνη χάθηκε για την Ελλάδα. Κι έ­τσι όλος ο πλανήτης αποκαλεί πια τα Σκόπια ως «Μακεδονία»... Δεν ευθυνόταν όμως ο Μη­τσοτάκης για τη μοναδική ευκαιρία που χάθη­κε, να λυθεί δηλ. το εθνικό θέμα με τρόπο ικα­νοποιητικό για όλους.

Κι αυτό διότι η εσωκομ­ματική αντιπολίτευση απειλούσε με πτώση την κυβέρνηση, στην περίπτωση που προέ­βαινε σε αμοιβαίο συμβιβασμό με τα Σκόπια... 

Την εποχή λοιπόν εκείνη η ηγεσία του γειτονι­κού κρατιδίου έδειξε διάθεση για διάλογο, προκειμένου να τελειώσει οριστικά η σοβαρή αυτή εκκρεμότητα, που εμπόδιζε τις καλές σχέσεις των δύο λαών. Ακούστηκαν διάφορες πιθανές ονομασίες για τη μικρή χώρα, όλες βέβαια σύνθετες και με το όνομα «Μακεδονί­α» στο συνθετικό τους, όπως: «Σλαβομακεδονία», «Βόρεια Μακεδονία», «Άνω Μακεδονία», «Μακεδονία των Σκοπίων», ακόμα και «Νέα Μακεδονία». Οι ηγέτες των δύο χωρών, πιε­σμένοι ασφυκτικά από πληθώρα θεμάτων που ζητούσαν άμεση λύση, αποφάσισαν να «βά­λουν νερό στο κρασί τους». Μητσοτάκης και Γκλιγκόροφ ήταν έτοιμοι για το μεγάλο βήμα. Και τότε χτύπησε ο Σαμαράς. Βέβαια αδιάλ­λακτοι υπήρχαν και στα Σκόπια, όμως αυτοί δεν είχαν το πολιτικό εκτόπισμα ενός πρώην υπουργού εξωτερικών, ούτε και η εκεί κυβέρ­νηση κρεμόταν κυριολεκτικά πάνω σε μια κλωστή, όπως συνέβαινε με την ελληνική [Οι σκοπιανοί εθνικιστές, νεαροί στην ηλικία και άγουροι πολιτικά, δεν λαμβάνονταν και τόσο σοβαρά υπ’ όψιν από μια «γριά αλεπού» της πο­λιτικής, όπως όλοι αποκαλούσαν τον Κίρο Γκλι­γκόροφ. Ακόμα και το άλλοτε ακραία εθνικιστι­κό και ανθελληνικό ΒΜΡΟ των Σκοπίων, υπό τον Λιούμπτσο Γκεοργκίεφσκι, δεν θα αντιδρούσε τότε σε ενδεχόμενο συμβιβασμό Αθηνών-Σκοπίων. Αυτό άλλωστε έδειξε και η μετέπειτα με­τριοπαθής του πορεία στη διακυβέρνηση της Π.Γ.Δ.Μ., όταν και μετατράπηκε σε σύγχρονο κεντροδεξιό κόμμα, λησμονώντας τους όρκους του πως το επόμενο συνέδριο του θα το έκανε στη... Θεσσαλονίκη, με φόντο τον Λευκό Πύργο!]. Α­ντίθετα ο Σαμαράς μπορούσε ανά πάσα στιγμή να απειλεί τον Μητσοτάκη με πτώση της κυβέρνησης. Μετά λοιπόν από ανεξήγητη σιωπή μηνών ο Σαμαράς επανήλθε στο προ­σκήνιο, δηλώνοντας στα μέσα Οκτωβρίου του 1992 ότι θεωρεί τη διπλή ονομασία κλοπή του ελληνικότατου ονόματος της Μακεδονίας από τους Σκοπιανούς! Κάλεσε μάλιστα την κυ­βέρνηση να πει ένα ηχηρό «όχι» προς κάθε κατεύθυνση... 

Επρόκειτο βέβαια για πολιτικό εκβιασμό προς τον Μητσοτάκη. Ουσιαστικά του έστελ­νε τελεσίγραφο ότι αν προχωρούσε σε ο­ποιουδήποτε είδους συνεννόηση με τα Σκό­πια, θα έριχνε την κυβέρνηση! Αλλά ο Σαμα­ράς δεν «ερμήνευσε» καλά τα πράγματα. Δεν έλαβε καθόλου κατά νου ότι η συγκυρία της στιγμής (με τον διαλλακτικό Γκλιγκόροφ στην ηγεσία των Σκοπίων) επέτρεπε έναν σχετικά ανώδυνο συμβιβασμό, που θα έβαζε οριστικό τέλος στους οποιουσδήποτε αστείους μεγαλοϊδεατισμούς από πλευράς των Σκοπίων. Ε­πίσης, η στιγμή ήταν κατάλληλη και για την οικονομική και εμπορική διείσδυση της Ελλά­δας στο νέο κρατίδιο, που βέβαια θα δεχόταν κάθε είδους βοήθεια από τον ισχυρότερο γεί­τονα, προκειμένου να επιβιώσει [Τελικά η διείσδυση αυτή έγινε μετά από χρό­νια και με λιγότερο ευνοϊκούς όρους για τα ελ­ληνικά γεωοικονομικά συμφέροντα.]. Αλλά ο Σα­μαράς αγνόησε και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ήδη την εποχή εκείνη τα Σκόπια τα είχαν αναγνωρίσει σαν «Μακεδονία» ορισμένες ι­σχυρές χώρες, άρα ήταν απλά θέμα χρόνου να το πράξουν και άλλες κι έτσι να χαθεί, ντε φάκτο, το «παιχνίδι» για την Ελλάδα... [Και πραγματικά, τα επόμενα χρόνια -κι αφού φυσικά το πρόβλημα δεν επιλύθηκε- ακολού­θησε καταιγισμός αναγνωρίσεων των Σκοπίων ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και μάλιστα όχι μόνο από μικρά ή μεσαία κράτη, αλλά κι από υπερδυνάμεις (Κίνα, ΗΠΑ, Καναδάς κτλ). Ο Σα­μαράς δεν είχε καταλάβει τότε το αυτονόητο: Πως όταν δεν βρίσκεις μια ικανοποιητική λύση την ώρα που πρέπει, μετά χάνεις «και τα αυγά και τα πασχάλια»...] 

Φυσικά ο Σαμαράς βρήκε ισχυρό σύμμαχο στο πρόσωπο του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Παπανδρέου. Δήλωσε τότε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ότι η απόφαση της Λισαβόνας ελήφθη επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε δείξει διάθεση υπαναχώ­ρησης και συμβιβασμού! Δηλ. ο Παπανδρέου όχι μόνο δεν παραδεχόταν καμία επιτυχία του θανάσιμου πολιτικού του αντιπάλου, αλλά με τη δήλωση αυτή έδειχνε βασικά δύο πράγμα­τα: Ότι όντως η απόφαση της Λισαβόνας ήταν θρίαμβος του Μητσοτάκη και ότι τον ίδιο το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η φθορά της κυβέρνησης... 
Λίγες ημέρες μετά έφθασε η ώρα της τελικής σύγκρουσης. Είχε συγκληθεί, στις 21 Οκτωβρίου 1992, η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέ­ας Δημοκρατίας, με βασικό θέμα την πολιτική της κυβέρνησης έναντι των Σκοπίων. Η σύ­γκληση εξελίχθηκε σε σφοδρότατη σύρραξη ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον νεαρό αμφισβητία του. Ο Μητσοτάκης είχε αποφα­σίσει εκείνη την ημέρα να ξεκαθαρίσει μια και καλή το τοπίο, αφού έβλεπε πια καθαρά ότι οι αντίπαλοί του μέσα στο κόμμα δεν τον άφη­ναν να κυβερνήσει. Προκάλεσε λοιπόν τον Σαμαρά, λέγοντας ότι τον ίδιο τον ενδιαφέ­ρουν μόνο τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα κι όχι η άσκηση εξωτερικής πολιτικής αποκλει­στικά και μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Κατηγόρησε επίσης τους υπονομευτές του ό­τι του δίνουν συνεχώς πισώπλατα χτυπήματα και κατόπιν έριξε τη μεγάλη «βόμβα»: Αν δεν τον άφηναν να ασκήσει την πολιτική του, ήταν έτοιμος να προσφύγει στον λαό για εκλογές! Ο Σαμαράς δεν περίμενε την άμεση αυτή το­ποθέτηση του πρωθυπουργού. Πίστευε ότι υ­πό τις δυσμενείς για την κυβέρνησή του συν­θήκες ο Μητσοτάκης θα καθίστατο «όμηρός» του, αφού θα φοβόταν να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Έτσι, θα μπορούσε ο Σαμαράς να συνεχίζει να παίζει το «παιχνίδι» του. Δια­ψεύστηκε όμως παταγωδώς! Μετά την ξεκά­θαρη τοποθέτηση του πρωθυπουργού, δεν του έμεναν πια περιθώρια. Προσπάθησε μάλι­στα να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται αυτός για την άσχημη τροπή που πήρε η υπόθεση των Σκοπίων, αλλά ο Μητσοτάκης, που δεν είχε δήθεν καμία πολιτική πρόταση απέναντι στη νεαρή Δημοκρατία. Όταν όμως ο Μητσοτά­κης έδειξε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Σαμαρά κάτω απ’ όλες τις ασύμφορες για την Ελλάδα συμφωνίες της ΕΟΚ, τότε ο πρώην υπουργός εξωτερικών περιέπεσε σε πανικό. Η μόνη οδός διαφυγής του ήταν και πάλι οι «πα­τριωτικές» κορώνες, χωρίς όμως καμία απο­λύτως ουσία... 

Ήταν ένας θρίαμβος του Μητσοτάκη. Όλη η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ (πλην μερι­κών φίλων του Σαμαρά) στήριξε την κυβέρνη­ση στην πολιτική της απέναντι στα Σκόπια. Α­κόμα και άνθρωποι που «έπνεαν τα μένεα» κα­τά του πρωθυπουργού, όπως ο Μιλτιάδης Έβερτ [Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μόλις την προ­ηγούμενη ημέρα ο Έβερτ είχε δηλώσει σε τηλε­οπτικό σταθμό ότι είναι ενάντιος σε κάθε σύνθε­τη ή διπλή ονομασία κι ότι, σε περίπτωση που η κοινοβουλευτική ομάδα στήριζε την υιοθέτηση παρόμοιας θέσης, ο ίδιος θα υπέβαλλε αμέσως την παραίτησή του από βουλευτής. Πλην όμως την επομένη, άλλαξε γνώμη και... παρέμεινε τε­λικά στη βουλή!], αναγκάστηκαν να αποφύγουν εκείνη την ώρα τη σύγκρουση, βλέποντας τρομαγ­μένοι ότι ο Μητσοτάκης δεν μπλόφαρε: ήταν έτοιμος ακόμα και να παραιτηθεί από το αξίωμά του, να καταγγείλει δημόσια τους υπονο­μευτές του και να πάει σε πρόωρες κάλπες! Τον Σαμαρά στήριξε τη δύσκολη αυτή στιγμή, ποιος άλλος; Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο ο­ποίος δήλωσε ότι ο πρωθυπουργός και η κυ­βέρνησή του δεν μπορούν πια να παραμεί­νουν στην εξουσία... Άλλωστε όλοι οι αντίπα­λοι του Μητσοτάκη μέσα στη Νέα Δημοκρατί­α ένιωσαν απόλυτα αιφνιδιασμένοι από την κί­νηση του πρωθυπουργού, που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με ψήφο εμπιστοσύνης προς την κυβέρνησή του.

Κανένας λοιπόν δεν βγή­κε εκείνη την ώρα να τα βάλει με τον Μητσο­τάκη και να στηρίξει τον Σαμαρά. Ειδικά ο Έβερτ φάνηκε μάλιστα να ευνοείται από την τροπή που έπαιρναν πια τα πράγματα.
Την επόμενη μέρα ο Αντώνης Σαμαράς επι­χείρησε την «ηρωική έξοδο»: παραιτήθηκε α­πό βουλευτής, δηλώνοντας πως προέβη σ’ αυτή την κίνηση για να μην δημιουργήσει πρόβλημα στο κόμμα και για να μην χάσει αυ­τό μια πολύτιμη έδρα και διασπαστεί έτσι η ενότητά του! Δεν πέρασε πολύς καιρός και, σε συνέντευξή του στην τηλεόραση, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Έβερτ, ο βουλευτής Βασίλης Μιχαλολιάκος, κάλεσε τον Σαμαρά στη δημιουργία κοινής σύμπρα­ξης των δύο κορυφαίων πολιτικών κατά του... Μητσοτάκη! Δηλ. δεν μπορούσε πλέον να μεί­νει κρυφή η πέραν των ορίων αντιπάθεια των εσωκομματικών αντιπάλων του πρωθυπουρ­γού προς τον άνθρωπο, που έφερε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία με το θεαματικό 47%... 

Το 1993 μπήκε, αλλά το θέμα των Σκοπίων φαινόταν ότι είχε πια «βαλτώσει» για τα καλά. Λίγες ήταν οι φωνές εκείνες που προειδο­ποιούσαν ότι η Ελλάδα είχε μόλις χάσει μια εξαιρετική ευκαιρία να επιλύσει άπαξ δια πα­ντός το ακανθώδες αυτό εθνικό ζήτημα. Σκέφτηκε λοιπόν η κυβέρνηση να κάνει την ύστα­τη προσπάθεια για να βρεθεί μια κάποια λύ­ση, έτσι ώστε να μην κληρονομηθεί το «αγκά­θι» αυτό και στις επόμενες γενιές. Χρειαζόταν απαραίτητα μια εθνική συνεννόηση, γι’ αυτό και προτάθηκε η εκ νέου σύσκεψη των πολιτι­κών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρα­τίας. Όμως το ΠΑΣΟΚ ούτε καν συζητούσε έ­να τέτοιο ενδεχόμενο. Αρνήθηκε να συμμετά­σχει σε μια τέταρτη κατά σειρά σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών κι έτσι αυτή ματαιώθηκε άδοξα... 

Τότε ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Μιτε­ράν, μια προσωπικότητα διεθνούς κύρους και αποδεδειγμένος φιλέλληνας, πρότεινε να πα­ραπεμφθεί το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων σε διεθνή διαιτησία. Η κυβέρνηση είδε πολύ θετικά την προοπτική αυτή, που και δί­καιη έμοιαζε και διέξοδο στο πρόβλημα έδινε, και απευθύνθηκε στην ηγεσία των Σκοπίων να προχωρήσουν από κοινού σ’ αυτό το βήμα. Ο Κίρο Γκλιγκόροφ όμως κατάλαβε ότι στην Ελ­λάδα δεν υπάρχει ενιαίο μέτωπο για το θέμα αυτό κι ότι η κυβέρνηση, με την ισχνή πλειο­ψηφία της στη βουλή, δεν θα άντεχε για πο­λύ. Αρνήθηκε λοιπόν κατηγορηματικά την πρόταση για διεθνή διαιτησία και μαζί του συμφώνησαν όλοι οι Έλληνες «υπερπατριώτες»! Για παράδειγμα ο Ανδρέας Παπανδρέ­ου απέρριψε χωρίς δεύτερη κουβέντα την εν λόγω ιδέα, βασίζοντας την άποψή του σε επι­φανειακά επιχειρήματα [Για παράδειγμα το βασικό του επιχείρημα ή­ταν ότι το να δεχτεί η Ελλάδα τη διαιτησία, σή­μαινε ότι θα έπρεπε έπειτα να δεχτεί και την α­πόφαση του δικαστηρίου που θα έκρινε την υ­πόθεση (αλλά γι’ αυτό ακριβώς δεν θα γινόταν η διαιτησία;)! Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θέλησε έ­να τόσο σημαντικό εθνικό θέμα να παραμένει α­νοιχτό, απλά και μόνο για να μπορεί να το καπηλεύεται...]... 

Στις 15 Μαρτίου 1993 ο Σαμαράς επανήλθε, στέλνοντας ένα «τελεσίγραφο» στον πρωθυπουργό, γεμάτο με βαρειά υπονοούμενα. Έ­κανε λόγο για ενότητα που δεν γίνεται όμως πράξη, για το ποιος πραγματικά εξυπηρετεί τα συμφέροντα της παράταξης, αλλά και για ορθόδοξες θέσεις, που υποτίθεται ότι πρέ­σβευε ο ίδιος. Η προκλητική επιστολή που απέστειλε στον Μητσοτάκη τελείωνε με την υ­παινικτική φράση-απειλή: «Θα απαντηθεί από την ίδια την παράταξη, ποιος εκ των δύο -ε­σείς ή εγώ- είμαστε υπέρ ή κατά της Νέας Δημοκρατίας»!... Κάποιοι τότε σημείωσαν ότι για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά απεστάλη πολιτικό μήνυμα, διατυπωμένο με τόσο θράσος και αλαζονεία. 

Λίγες ημέρες αργότερα ο Μητσοτάκης δέχτη­κε άλλο ένα, εντελώς απρόσμενο, χτύπημα με αφορμή το «Μακεδονικό». Στις 27 Μαρτίου 1993 άρχισε συζήτηση στη βουλή με κεντρικό θέμα την ενημέρωση της εθνικής αντιπροσωπείας από τον πρωθυπουργό για τις εξελίξεις στο ζήτημα των Σκοπίων. Το ΠΑΣΟΚ κατέθε­σε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνη­σης, που τελικά απορρίφθηκε στις 29 Μαρτί­ου. Το πρωί όμως της ίδιας ημέρας παραιτή­θηκε ξαφνικά από το βουλευτικό αξίωμα ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην πρωθυπουρ­γός, Γεώργιος Ράλλης. Ο παλιός συντηρητι­κός πολιτικός στράφηκε ευθέως κατά της κυ­βέρνησης Μητσοτάκη, κατηγορώντας την για ατυχείς χειρισμούς στην υπόθεση των Σκοπί­ων, ενώ παράλληλα κατηγορούσε και το ΠΑ­ΣΟΚ για την αδιαλλαξία που επιδείκνυε. Έτσι, εξαιτίας της ενέργειας του Ράλλη, ακυρώθη­κε η επιτυχία του Μητσοτάκη να απορριφθεί η πρόταση δυσπιστίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης... 

Τον άλλο μήνα η κυβέρνηση δέχτηκε ένα α­κόμα μεγάλο πλήγμα, που έμελλε να είναι καθοριστικό για το μέλλον της. Ένας πρώην υ­πάλληλος του ΟΤΕ, ο Χρήστος Μαυρίκης, με στοιχεία που έδωσε στην εφημερίδα «Ελευ­θεροτυπία», ισχυρίστηκε ότι διενεργούσε υποκλοπές για λογαριασμό του Μητσοτάκη, παρακολουθώντας κάθε πολιτικό του αντίπαλο. Ο Τύπος για ολόκληρες εβδομάδες ασχο­λούνταν με το εν λόγω ζήτημα, που αργότερα πάντως κατέρρευσε και ξεχάστηκε γρήγο­ρα... Έκανε όμως τεράστια ζημιά στην κυβέρ­νηση και ειδικά στην οικογένεια Μητσοτάκη, μιας και ο «αρχικοριός» (όπως έμεινε γνω­στός στα ρεπορτάζ της εποχής ο πρωταγωνι­στής της υπόθεσης) κατηγόρησε ότι εγκέφα­λος της συνωμοσίας ήταν η... Ντόρα Μπακογιάννη! 
Φυσικά το ΠΑΣΟΚ και οι αντιμητσοτακικοί της Νέας Δημοκρατίας εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο τη χρυσή ευκαιρία που τους εμφανί­σθηκε από το πουθενά. Έκαναν λόγο για «Μητσοτάκη-γκέιτ», κατά το αμερικανικό «Γουότερ-γκέιτ» της δεκαετίας του 1970, και ετοιμάζονταν για την τελική τους αντεπίθεση. Ήταν σαφές ότι ερχόταν ένα «καυτό» καλο­καίρι, ένα καλοκαίρι που θα άλλαζε τους συ­σχετισμούς της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Το «θερμό» καλοκαίρι του 1993 

Τις ημέρες που ξέσπασε το σκάνδαλο Μαυρίκη, η Α­θήνα φιλοξενούσε τη σύ­ναξη μιας παγκόσμιας «υπεροργάνωσης», ο ρόλος της οποίας στις διεθνείς εξελίξεις είχε από καιρό προσλάβει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Επρό­κειτο για την ετήσια τακτική συνάντηση της περιβόητης λέσχης Μπίλντερμπεργκ, που τη χρονιά εκείνη κράτησε από τις 23 έως τις 25 Απριλίου. Βέβαια τα όσα λέγονται στα πλαί­σια των συνεδριάσεων της εν λόγω λέσχης α­ποτελούν κατά πάγια τακτική «επτασφράγιστο μυστικό». Πάντως, το 1993 το κεντρικό θέμα των συζητήσεων ήταν ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ενώ αρκετός χρόνος αφιερώθηκε και στο σκοπιανό ζήτημα. Από ελληνικής πλευράς παρέστη ο πρωθυπουρ­γός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (που χαιρέτη­σε την έναρξη των εργασιών), ο πρώην υ­πουργός και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Θεόδω­ρος Πάγκαλος, καθώς και μερικοί οικονομικοί παράγοντες [Αξίζει να σημειωθεί ότι την προηγούμενη χρονιά, το 1992, προσκεκλημένος της λέσχης Μπίλντερμπεργκ από ελληνικής πλευράς ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος λέγεται ότι ανέ­πτυξε τις θέσεις του για την ελληνοσκοπιανή διένεξη]. 

Ίσως όχι τυχαία, το επόμενο ακριβώς Σαββα­τοκύριακο, 1 και 2 Μαΐου 1993, συνήλθε στον ίδιο ακριβώς χώρο η διεθνής διάσκεψη για το γιουγκοσλαβικό ζήτημα, με τη συμμετοχή των ηγετών που εμπλέκονταν στο πρόβλημα (ό­πως του Σέρβου ηγέτη Σλόμπονταν Μιλόσε­βιτς και του προέδρου της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Αλία Ιζετμπέκοβιτς), καθώς και των μεσο­λαβητών του ΟΗΕ, Βανς και Όουεν. Οι δύο μεσολαβητές έθεσαν, στο περιθώριο της διά­σκεψης, σχέδιο επίλυσης του σκοπιανού ζη­τήματος, πιέζοντας έντονα τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη να το δεχθεί. Η ελληνική κυβέρ­νηση όμως απέρριψε τελικά το σχέδιο. 

Την επόμενη ακριβώς ημέρα της διεθνούς διάσκεψης οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δοκιμάστηκαν έντονα. Έγινε γνωστό ότι συνε­λήφθη στις ΗΠΑ ο Ελληνοαμερικανός Στηβ Λάλας, υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβεί­ας των Αθηνών. Ο Λάλας αντιμετώπιζε βαρύ­τατες κατηγορίες για κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδας και εις βάρος των ΗΠΑ, κάτι που και ο ίδιος τελικά παραδέχτηκε, καταδικαζόμενος εντέλει σε πολυετή φυλάκιση. Πολλοί ήταν ε­κείνοι που συνέδεσαν τη σκοτεινή αυτή υπό­θεση με τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. 

Άλλο ένα παράξενο περιστατικό συνέβη στις 11 Ιουνίου 1993, στην Αθήνα, μετά τη συνά­ντηση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη με τον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών, Γουόρεν Κρίστοφερ. Ο Κρίστοφερ, βγαίνοντας από το πρωθυπουργικό γραφείο και ερωτώμενος α­πό δημοσιογράφο σχετικά με την επικείμενη επίσκεψη του Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, δήλωσε αινιγματικά: «Η επίσκεψη συνδέεται με την πιθανότητα εξελίξεων στην Ελλάδα, συνδέεται με τις εκλογές»! Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έ­νιωσαν σοκαρισμένοι απ’ αυτή τη δήλωση, η οποία έγινε αντικείμενο συνωμοσιολογίας και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Τελικά ακολού­θησαν οι διορθωτικές δηλώσεις της αμερικα­νικής πλευράς, ότι δηλ. η ελληνική κυβέρνη­ση είναι εκείνη που αποφασίζει πότε θα γί­νουν οι εκλογές, αλλά η ουσία είναι ότι προκλήθηκε μέγας θόρυβος για μερικά λόγια, που κανένας ποτέ δεν κατάλαβε αν ειπώθη­καν επίτηδες ή αν αποτελούσαν «γκάφα» του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών [Δύο είναι οι κυρίαρχες εκδοχές, που ανα­πτύχθηκαν με αφορμή τη δήλωση Κρίστοφερ. Η πρώτη κάνει λόγο πως ο Αμερικανός υπουρ­γός πέρασε μ’ αυτόν τον τρόπο το μήνυμά του στην ελληνική κοινή γνώμη, ότι δηλ. για τις Η­ΠΑ ο Μητσοτάκης ήταν πια «τελειωμένος» (ά­ρα τα είχαν βρει με το ΠΑΣΟΚ, το οποίο και προετοίμαζαν για την επάνοδό του στην εξου­σία). Η δεύτερη υποστηρίζει ότι υπήρξε συ­νεννόηση ανάμεσα στον Μητσοτάκη και τον Κρίστοφερ ή, πολύ απλά, ενημέρωση του δεύ­τερου απ’ τον Έλληνα πρωθυπουργό ότι σκο­πεύει να καταφύγει μετά το καλοκαίρι σε πρό­ωρες εκλογές]. 

Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι συνέδεσαν τη δήλωση Κρίστοφερ με τις διεργασίες που πραγματοποιούσε το ίδιο χρονικό διάστημα ο Αντώνης Σαμαράς και το περιβάλλον του για τη δημιουργία νέου κομματικού φορέα. Όλοι αυτοί πίστευαν ότι η δήλωση του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών επέσπευσε τις διεργα­σίες αυτές και επιτάχυνε κατά πολύ τις εξελί­ξεις που έρχονταν με μορφή θύελλας. Όπως και να ‘χουν όμως τα πράγματα, γεγονός πα­ραμένει ότι τελικά η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, η οποία προοριζόταν για τον Οκτώ­βριο, δεν έγινε ποτέ. Τον Οκτώβριο άλλος ή­ταν πια ο πρωθυπουργός της Ελλάδας... 

Στις 30 Ιουνίου 1993 «ο κύβος ερρίφθη». Ο Α­ντώνης Σαμαράς αποσχίστηκε απ’ τη Νέα Δη­μοκρατία και ίδρυσε νέο πολιτικό κόμμα: την Πολιτική Άνοιξη. Η ρήξη ανάμεσα στον ίδιο και τον πολιτικό του ευεργέτη, τον πρωθυ­πουργό Μητσοτάκη, είχε πια ολοκληρωθεί. Α­πέμενε μόνο μια πράξη για να κλείσει ο κύ­κλος: η ανατροπή της κυβέρνησης! Αλλά ο Σαμαράς ορκιζόταν πως δεν ήταν στις προθέ­σεις του να ανατρέψει την κυβέρνηση του 47% των Ελλήνων... 

Τι θα συνέβαινε λοιπόν; Ήταν πια πασιφανές ότι από εκείνη τη στιγμή η κυβέρνηση Μητσο­τάκη τελούσε υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς «ο­μηρίας». Διότι στηριζόταν κυριολεκτικά στην ψήφο και του «τελευταίου» βουλευτή, άρα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πέσει θύμα εκ­βιασμού, με τον κίνδυνο να μην εξαντλήσει τη θητεία της, που έληγε τον Απρίλιο του 1994. Φυσικά το πολιτικά ορθό θα ήταν όλοι οι βουλευτές που στήριζαν τον Σαμαρά και σκό­πευαν να προσχωρήσουν στο νεοϊδρυθέν κόμμα να παραιτηθούν από τη θέση του βου­λευτή κι έτσι η Νέα Δημοκρατία να συνεχίσει το υπόλοιπο της κυβερνητικής της θητείας με οριακή έστω αυτοδυναμία. Όμως οι υποστη­ρικτές του Σαμαρά δεν έπραξαν κάτι τέτοιο, δοκιμάζοντας τα νεύρα όλης της φιλελεύθε­ρης παράταξης. Τόνιζαν όμως σε κάθε ευκαι­ρία ότι δεν θα ανέτρεπαν την κυβέρνηση, προφανώς για να αποφύγουν την οργή των ο­παδών της ΝΔ [Επρόκειτο για μια παράλογη θέση, αφού -ούτως ή άλλως- δεν θα ψήφιζαν βασικά νο­μοσχέδια της κυβέρνησης κι έτσι, αργά ή γρή­γορα, θα την οδηγούσαν στην πτώση. Όπως όμως έδειξε ο χρόνος, απλά περίμεναν να πε­ράσει το καλοκαίρι, για να ρίξουν την κυβέρ­νηση Μητσοτάκη...]. Ενώ όμως τα έλεγαν αυτά, μυστικές συσκέψεις υπό τον Σαμαρά λάμβα­ναν χώρα. Ο πρόεδρος της Πολιτικής Άνοιξης και οι συνεργάτες του με τρόπο χειρουργικό προετοίμαζαν τον «θάνατο» του Νο 1 εχθρού τους... 

Το δραματικό καλοκαίρι του 1993 είχε όμως ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Την επόμε­νη ημέρα από την ίδρυση του κόμματος Σα­μαρά ένας βουλευτής της ΝΔ, ο Δημήτρης Σταμάτης, στενός συνεργάτης του πρώην υ­πουργού εξωτερικών, ανακοίνωσε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα και την προσχώρησή του στην Πολιτική Άνοιξη. Ήταν φανερό ότι άρχιζε η «αιμορραγία» της Νέας Δημοκρατίας και ο εμπλουτισμός του νέου κόμματος με πρόσωπα που κατείχαν διάφο­ρες θέσεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Άλλωστε, την άλλη κιόλας ημέρα, στις 2 Ιου­λίου, αποχώρησε από τον Συνασπισμό ο βου­λευτής Ανδρέας Λεντάκης και δήλωσε ότι στο εξής θα στηρίζει την Πολιτική Άνοιξη. Ήταν α­ναμφίβολα μια μεγάλη επιτυχία του Αντώνη Σαμαρά, αφού το κόμματου άρχιζε να συγκε­ντρώνει προσωπικότητες πέραν του δεξιού χώρου, αποδεκτές απ’ όλο το κοινοβουλευτι­κό φάσμα. 

Να σημειωθεί εδώ ότι εκείνες τις ημέρες, στα τέλη Ιουνίου και τις αρχές Ιουλίου του 1993, οι σχέσεις της Ελλάδας με την Αλβανία γνώ­ριζαν πρωτοφανή όξυνση, λόγω των διώξεων και της καταπίεσης που υφίστατο η ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Ο αρχιμαν­δρίτης Αργυροκάστρου Χρυσόστομος Μαϊδώνης απελάθηκε απ’ την Αλβανία με βίαιο τρόπο, κατηγορούμενος απ’ τις αλβανικές αρχές για πολλά και διάφορα [Η αλβανική πλευρά ισχυρίστηκε, μεταξύ άλ­λων, ότι δεν διέθετε την απαραίτητη άδεια πα­ραμονής στη χώρα.]. Σαν απάντη­ση η κυβέρνηση Μητσοτάκη προέβη στην ά­μεση απέλαση χιλιάδων Αλβανών, οι οποίοι εί­χαν περάσει παράνομα τα ελληνοαλβανικά σύνορα και φυσικά έμεναν λαθραία στην Ελ­λάδα. Αλλά ο Σαμαράς δεν είπε κουβέντα για το μείζον ζήτημα που τόσο ξαφνικά προέκυ­ψε, διότι τις ημέρες εκείνες ήταν δοσμένος «ψυχή τε και σώματι» στο κόμμα που είχε στα «σκαριά»... 

Το καλοκαίρι εκείνο υπήρξε μοιραίο και για έ­ναν επιπρόσθετο λόγο. Η κυβέρνηση είχε ήδη αποφασίσει να προβεί στην ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, με το κράτος να διατηρεί το 51% των μετοχών, το 35% θα δινόταν σε στρατηγι­κό επενδυτή (στον οποίο θα παραχωρούνταν και η διεύθυνση του οργανισμού), ενώ το υ­πόλοιπο 14% θα μοιράζονταν το επενδυτικό κοινό, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι του οργανισμού. Το όλο σχέδιο, που την ευθύνη υλοποίησής του ανέλαβε ο υπουργός οικονο­μίας Στέφανος Μάνος, φάνταζε μια εξαιρετι­κή ευκαιρία εκσυγχρονισμού και αξιοποίησης του ΟΤΕ προς δημόσιο όφελος, αφού -συν τοις άλλοις- μ’ αυτόν τον τρόπο ο οργανι­σμός θα έμπαινε από τους πρώτους στον κό­σμο της νέας ψηφιακής εποχής. 

Ο Στέφανος Μάνος, παρά τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης (μέσα κι έξω απ’ το κόμμα της ΝΔ...), είχε την απόλυτη εμπι­στοσύνη και υποστήριξη του πρωθυπουργού. Άλλωστε κι ο ίδιος πάντοτε υπήρξε ένας και­νοτόμος πολιτικός, με επιχειρηματικό πνεύ­μα, του οποίου η χωροταξική πολιτική αν είχε εφαρμοστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970, είναι βέβαιο ότι η Αθήνα δεν θα αντιμετώπιζε τα τρομακτικά κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά προβλήματα που την μαστίζουν σήμε­ρα... Με δυο λόγια ο Μάνος ήταν ένας από τους ελάχιστους φιλελεύθερους κι εκσυγχρο­νιστές πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας, του οποίου οι ιδέες σχεδόν συνέπιπταν μ’ εκείνες του Μητσοτάκη. 

Το πρόβλημα με τον ΟΤΕ προέκυψε όταν για τις προμήθειές του ενδιαφέρθηκε η εταιρεία Intracom του μεγαλοεπιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη. Πολλοί κατηγόρησαν τότε τον Κόκκαλη ότι προσπαθεί να «καπελώσει» τον ΟΤΕ προς ίδιον όφελος, ενώ είχε ήδη αναλάβει άλ­λα μεγάλα έργα, όπως τυχερά παιχνίδια κτλ. Αλλά και ο Μάνος δεν συμφωνούσε να αναλά­βει τον τηλεπικοινωνιακό εκσυγχρονισμό της χώρας η Intracom, που -συν τοις άλλοις- ή­ταν συνδεδεμένη με τον γερμανικό κολοσσό Siemens. Ο υπουργός έδειχνε να προτιμά σαν στρατηγικό εταίρο του ΟΤΕ την ιαπωνική ε­ταιρεία ΝΤΤ, πιστεύοντας ότι θα προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της χώρας.

Εξάλλου ο Κόκκαλης είχε ήδη πάρει μέρος της «πίτας» της κινητής τη­λεφωνίας, αφού ήταν συνεταίρος με τη βρε­τανική Vodafone, που είχε πάρει τη μία από τις δύο πρώτες άδειες κινητής τηλεφωνίας έ­πειτα από διεθνή διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί [Την άλλη άδεια την έλαβε η ιταλική Telestet, που είχε συνταχθεί με τον Κοντομηνά της Interamerican.]. 

Οι Μητσοτάκης-Μάνος όμως αντιμετώπισαν απρόσμενες αντιδράσεις. Σύσσωμη η αντιπολίτευση, ΠΑΣΟΚ και Αριστερά, εξαπέλυσαν σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση, διαφωνώ­ντας κάθετα στην προοπτική να πωληθεί το 35% του ΟΤΕ σε ιδιώτη και μάλιστα ξένο. Αλ­λά το χειρότερο ήταν άλλο: Μεγαλοστελέχη της Νέας Δημοκρατίας κατήγγειλαν σαν μέγα σκάνδαλο την προσπάθεια μεταβίβασης του 35% του ΟΤΕ σε διεθνή στρατηγικό εταίρο. Ανάμεσά τους ήταν ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο Αθα­νάσιος Κανελλόπουλος, ο Σταύρος Δήμας και -φυσικά- ο Αντώνης Σαμαράς... 

Ήταν λοιπόν φανερό ότι η πορεία ιδιωτικοποί­ησης του ΟΤΕ που είχε αναγγείλει η κυβέρνη­ση θα οδηγούσε σε ραγδαίες πολιτικές εξελί­ξεις. Άλλωστε ο Μάνος δεν το έκρυβε ότι ο Ο­ΤΕ ήταν μόνο η αρχή: Αν το πείραμα πετύχαι­νε θα επαναλαμβανόταν παντού, σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις! Ήταν μια προοπτική που πανικόβαλλε τους επαγγελματίες συνδι­καλιστές των ΔΕΚΟ και όλους τους «μόνι­μους» του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που είδαν στις ιδέες αυτές το τέλος της εξασφά­λισης και της χαλαρότητάς τους. Κι όμως, πέ­ρασαν τα χρόνια και έγινε κοινώς αποδεκτή τελικά η αντίληψη ότι αν περνούσαν τότε αυ­τά τα φιλόδοξα μέτρα το δημόσιο θα ωφε­λούνταν τα μέγιστα και δεν θα υπήρχαν πια προβληματικές δημόσιες επιχειρήσεις. Οι μελλοντικές γενιές θα είχαν αποφύγει τα τε­ράστια βάρη που τελικά επωμίστηκαν εξαιτί­ας της κακοδιαχείρισης, επί τόσες δεκαετίες, των ΔΕΚΟ... 

Την ίδια εποχή ο Μάνος κατέθεσε στη Βουλή ένα ακόμα σοκαριστικό για τους «καρεκλοκένταυρους» του δημοσίου τομέα νομοσχέδιο, το οποίο αφορούσε τη δυνατότητα κατασκευ­ής από ιδιώτες μονάδων παραγωγής ηλεκτρι­κής ενέργειας. Κατά τους οπαδούς του κρατικισμού με τον τρόπο αυτό η ΔΕΗ θα έχανε σταδιακά το μονοπώλιο πώλησης και διανο­μής του ηλεκτρικού ρεύματος, άρα θα γινό­ταν και στον τομέα αυτό μια άτυπη αποκρατικοποίηση. Νέες αντιδράσεις υπήρξαν, βασικά από τη μεριά των «εργατοπατέρων», αφού έ­τσι θίγονταν πολλά κεκτημένα ως τότε συμ­φέροντα... 

Αν σ’ όλα αυτά προστεθεί και η περίπτωση της πώλησης της ελληνικής κρατικής τσιμε­ντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ-Ηρακλής στην ιταλική επιχείρηση Καλτσεστρούτσι, που έγινε εκείνη την ίδια περίοδο, τότε φτάνει κανείς μπροστά σ’ ένα εκρηκτικό μείγμα. Την πώληση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο τότε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελ­λάδος, Μιχάλης Βρανόπουλος, ένας τεχνο­κράτης που συμφωνούσε με τη φιλελεύθερη πολιτική των Μητσοτάκη-Μάνου, και ο οποίος δολοφονήθηκε αργότερα από τη 17 Νοέμ­βρη. Τόνοι λάσπης εκτοξεύτηκαν τότε κατά των αρμόδιων για την πώληση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής και ειδικότερα κατά των Μητσοτάκη, Βρανόπουλου και Παλαιοκρασσά (πρώην υ­πουργού οικονομικών και τον καιρό εκείνο Έλληνα επιτρόπου στις Βρυξέλλες). Πρωτα­γωνιστές στις επιθέσεις αυτές υπήρξαν το δημοσιογραφικό συγκρότημα Αλαφούζου (που εξέδιδε την εφημερίδα «Η Καθημερινή» και είχε στην ιδιοκτησία του τον ραδιοφωνικό σταθμό «Σκάι») και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Ανωμερίτης, που -λόγω του ότι έψαχνε συνεχώς σκάνδαλα του Μητσοτάκη- ονομάστηκε με χιουμοριστική διάθεση... «ο πράσινος Πουαρό»! [Όταν, στις 24 Ιανουαρίου 1994, η τρομο­κρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη δολοφόνησε τον Μιχάλη Βρανόπουλο αναπαρήγαγε στην προκήρυξή της όλα τα επιχειρήματα που χρη­σιμοποιούσαν οι πολιτικοί αντίπαλοι του Μη­τσοτάκη, καθώς και τα εχθρικά προς την κυ­βέρνησή του Μ.Μ.Ε.] 

Εν τω μεταξύ στον χώρο της Πολιτικής Άνοι­ξης οι διεργασίες ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Στις 4 Αυγούστου 1993 ο βουλευτής της ΝΔ, Νί­κος Κλείτος, καταψήφισε στο θερινό τμήμα της Βουλής τροπολογίες που αφορούσαν το φορολογικό νομοσχέδιο. Η κίνησή του αυτή ερμηνεύτηκε σαν προάγγελος προσχώρησης στην Πολιτική Άνοιξη, κάτι που σύντομα επι­βεβαιώθηκε. Αλλά και στις 10 Αυγούστου 1993 ο Μιλτιάδης Έβερτ καταψήφισε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή το νομο­σχέδιο για τη μερική αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ, που είχε φέρει προς ψήφιση ο Στέφα­νος Μάνος... [Την ημέρα εκείνη, με ψήφους 10 έναντι 9 το νομοσχέδιο καταψηφίστηκε. Ο Έβερτ συντά­χθηκε τότε με τους βουλευτές της αντιπολί­τευσης, επιτυγχάνοντας έτσι ένα ακόμα πλήγ­μα κατά του Μητσοτάκη...] 

Ήταν πια φανερό ότι η κυβέρνηση Μητσοτά­κη «έπνεε τα λοίσθια». Βαριά λαβωμένη απ’ τα χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη, δεν θα άντε­χε για πολύ. Το ΠΑΣΟΚ άφηνε συνεχώς υπο­νοούμενα, μιλώντας για «νονούς συμφερό­ντων» [Εννοούσε τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη...] και «ιδιωτικά μονοπώλια» που δη­μιουργούσε η κυβέρνηση, αλλά και για «ξε­πούλημα και καταλήστευση της δημόσιας πε­ριουσίας». Ακόμα και η ιδιωτική συλλογή αρ­χαίων εκθεμάτων του πρωθυπουργού θεωρή­θηκε παράνομη και βαφτίστηκε... «αρχαιοκαπηλεία»! Φυσικά όλα τα παραπάνω αργότερα κατέρρευσαν, αλλά η μεγάλη ζημιά για την κυβέρνηση είχε ήδη λάβει «σάρκα και οστά»... [Ακόμα και για την πώληση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής το ΠΑΣΟΚ, μόλις έγινε κυβέρνηση, ξέχα­σε τα πάντα και δεν ξαναμίλησε πια ποτέ γι’ αυτό το «τεράστιο σκάνδαλο», όπως το ονόμα­ζε! Και φυσικά δεν υλοποίησε ποτέ την απειλή του πως, σαν έρθει στην εξουσία, θα ξαναπά­ρει πίσω την ΑΓΕΤ-Ηρακλής. Ουσιαστικά πα­ραδέχτηκε ότι επρόκειτο για μια πολύ συμφέ­ρουσα συναλλαγή για το ελληνικό δημόσιο...] 

Σ’ αυτόν τον τόσο δύσκολο μήνα, τον Αύγουστο του 1993, πραγματοποιήθηκε, έπειτα από πολλά χρόνια, η επίσκεψη στην Ελλάδα του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου και της οικογένειάς του. Ο Κωνσταντίνος περιόδευσε σε αρ­κετά μέρη της χώρας, όπου και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από πλήθη πολιτών. Όμως το γεγονός αυτό είχε βέβαια και πολιτικές πα­ρενέργειες. Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά κατη­γόρησαν προσωπικά τον Μητσοτάκη ότι «παί­ζει» με το πολιτειακό ζήτημα και βοηθά στο να επιστρέψει μόνιμα ο «Γκλύξμπουργκ» (όπως τον χαρακτηρίζουν οι αντίπαλοι του) στην Ελ­λάδα. Η αλήθεια όμως είναι ότι η κυβέρνηση ούτε καν ασχολήθηκε με τις φανταστικές προεκτάσεις που θα μπορούσαν να πάρουν οι διακοπές του Κωνσταντίνου... 

Το καλοκαίρι του 1993 αποδείχτηκε κυριολεκτικά «καυτό», λόγω των πολύνεκρων πυρκα­γιών που προκλήθηκαν σε διάφορα σημεία της χώρας, αποτεφρώνοντας μεγάλες δασι­κές εκτάσεις. Στις πλάτες μιας τραυματισμένης και πολυδιασπασμένης κυβέρνησης είχαν συσσωρευτεί πολλά. Ο πρωθυπουργός και αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας γνώριζε άρι­στα ότι ήταν απελπιστικά μόνος στην προ­σπάθεια εκσυγχρονισμού της Ελλάδας. Όλοι ήταν απέναντι του: Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά, το κόμμα Σαμαρά, η εσωκομματική αντιπολίτευση, ακόμα και ο πρόεδρος της δημοκρατί­ας, Καραμανλής. Κανένας απ’ αυτούς δεν ε­πιθυμούσε ριζικές αλλαγές στην Ελλάδα, κα­νένας δεν ήθελε την Ελλάδα της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας, της καινοτομίας και της δημιουργίας. Έπρεπε να περάσουν αρκε­τά χρόνια και η Ελλάδα να φθάσει πλέον στο «χείλος της αβύσσου» [Την τραγική αυτή φράση εκστόμισε ο πρό­εδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, στις 5 Μαΐου 2010, έπειτα από τα τρομερά ε­πεισόδια της απεργιακής πορείας στην Αθήνα τη μέρα εκείνη (όπου έχασαν τη ζωή τους τρεις αθώοι υπάλληλοι της τράπεζας Marfin). Όλα αυτά έγιναν στον απόηχο της προ­σφυγής της Ελλάδας στον μεικτό «μηχανισμό στήριξης» από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νο­μισματικό Ταμείο, μπροστά στον κίνδυνο χρεωκοπίας της χώρας. Επρόκειτο για μια νομο­τελειακή κατάληξη, μετά από τόσες άγονες δεκαετίες επικράτησης στην Ελλάδα μιας πρωτοφανούς αντιπαραγωγικότητας και δη­μοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας...], για να καταλάβουν αρκετοί ότι εκείνοι που εμπόδισαν τότε τον Μητσοτάκη να εκσυγχρονίσει τον τόπο, ροκά­νισαν ασύδοτα το μέλλον αυτής της χώρας... 

Η αποστασία Σαμαρά 

Τον Σεπτέμβριο του 1993 η αντιπολίτευση «φόρτσαρε». Ήταν φανερό ότι όλοι βιάζονταν να «τελειώνουν» με τον Μητσοτάκη. Σε δη­λώσεις του ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Πα­πανδρέου, από την πρώτη κιόλας μέρα του Σεπτεμβρίου, ούτε λίγο ούτε πολύ κάλεσε τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να α­νατρέψουν την κυβέρνηση, λέγοντας ότι ό­ποιοι απ’ αυτούς θέλουν πράγματι να διαχωρί­σουν τη θέση τους, όφειλαν να το κάνουν με τρόπο που να μην επιδέχεται καμία παρερμηνεία! Με δυο λόγια τούς έλεγε «ή ρίχνετε τον Μητσοτάκη ή σας θεωρώ κι εσάς συνυπεύθυ­νους»... 

Την ίδια μέρα (τυχαία άραγε;) παραιτήθηκε ο πρόεδρος του ΟΤΕ, Νίκος Θέμελης, ενώ δύο μέρες μετά, στην επέτειο της 3ης Σεπτεμβρί­ου (για τα 19 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑ­ΣΟΚ), το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου αντικατέστησε την περίφημη ιδρυτική του διακή­ρυξη με νέα, που ήταν προσαρμοσμένη στα καινούρια δεδομένα και συμβόλιζε την «ανα­γέννηση του ΠΑΣΟΚ και της χώρας». Όλα πια έδειχναν ότι ήταν θέμα λίγων εικοσιτετραώρων το ξέσπασμα του «μοιραίου», που όλοι α­νέμεναν... 

Και πραγματικά, μετά από ένα Σαββατοκύρια­κο έντονων φημολογιών, τη Δευτέρα 6 Σε­πτεμβρίου 1993, ο Αντώνης Σαμαράς έκανε το μεγάλο βήμα, προβαίνοντας στην κάτωθι δή­λωση: «Η Πολιτική Άνοιξη θεωρεί ότι η κατολί­σθηση της χώρας σε εθνικό, οικονομικό, θε­σμικό και κοινωνικό επίπεδο ξεπέρασε πλέον τα όρια του πολιτικού συναγερμού. Και πι­στεύει ότι μόνον η διακοπή ανοχής προς τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να αποτρέψει ε­περχόμενα δραματικά γεγονότα που θα εξω­θούσαν μοιραία σε ακρότητες την κοινωνική ι­σορροπία του τόπου. Κατά συνέπεια καθιστώ δημόσια σαφές προς όλους ότι Άνοιξη και στήριξη της κυβέρνησης αποτελούν δύο αντί­θετες θέσεις που είναι αδύνατον να συνυπάρ­ξουν»... 

Αυτό ήταν λοιπόν! Ο Σαμαράς κάλεσε τους προσκείμενους σ’ αυτόν βουλευτές της ΝΔ να αποστατήσουν και να γκρεμίσουν την κυβέρ­νηση! Πολλοί συνέκριναν την πράξη αυτή του Σαμαρά με την αντίστοιχη του Μητσοτάκη το 1965. [Όταν ο Μητσοτάκης, μαζί με όλα τα υπόλοιπα μεγαλοστελέχη της τότε κυβέρνησης της Ένωσης Κέ­ντρου, διαφώνησαν κάθετα με την απόφαση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου να παραιτη­θεί μετά τη σύγκρουσή του με τον βασιλιά Κωνστα­ντίνο.] Καμία όμως σχέση δεν έχει το ένα με το άλλο. Διότι το 1965 ο Μητσοτάκης δεν ε­νήργησε μόνος του, ούτε έκανε κόμμα για να ανατρέψει τον πρωθυπουργό του, αλλά -μαζί με όλους τους τότε κορυφαίους υπουργούς της Ένωσης Κέντρου- εξέφρασε δημόσια τη διαφωνία του και μάλιστα πίεσε τον Γεώργιο Παπανδρέου να μην προβεί σε παραίτηση. Ε­ξάλλου ό,τι έκανε ο Μητσοτάκης το 1965 το έ­κανε μετά την πτώση της κυβέρνησης, την ο­ποία δεν είχε καθόλου προκαλέσει ο ίδιος. Α­ντίθετα, αν κάποιος προέβη σε «αποστασία» το καλοκαίρι του 1965, αυτός ήταν αναμφι­σβήτητα ο Ανδρέας Παπανδρέου... [Πραγματικά, ο Ανδρέας ήταν εκείνος που δρούσε παρασκηνιακά επί ενάμιση τουλάχιστον χρόνο, υφαί­νοντας συνωμοσίες εις βάρος του πολιτικού συστή­ματος (π.χ. υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ), και χωρίς ο πατέρας του να γνωρίζει απολύτως τίποτα. Αλλά και αργότε­ρα, στα τέλη του 1966, αποστάτησε δημόσια από τον πατέρα του και την Ένωση Κέντρου, με την απειλή του να καταψηφίσει την υπηρεσιακή κυβέρνηση Παρασκευόπουλου. Γι’ αυτό και ο πατέρας του, ο Γέρος της Δημοκρατίας, τον αποκάλεσε στο τέλος -μετά την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου- ως τον κύριο και μοναδικό υπεύθυνο της πολιτικής ανω­μαλίας στη χώρα...] 
Τη μοιραία εκείνη μέρα ο πρωθυπουργός Μη­τσοτάκης αντέδρασε, πραγματοποιώντας την παρακάτω δήλωση: «Ο Αντώνης Σαμαράς έ­κανε απόψε το βήμα προς τη μεγάλη προδοσί­α του 47% του ελληνικού λαού. Γίνεται όργα­νο των αντιπάλων μας και των οικονομικών συμφερόντων των οποίων είναι δέσμιος με σκοπό να πλήξει πισώπλατα την παράταξη που τον δημιούργησε, την ώρα που η σκληρή προσπάθεια τρεισήμισι ετών αποδίδει τους καρπούς της, αδιαφορώντας για τα συμφέρο­ντα της χώρας και του ελληνικού λαού»... 

Την άλλη μέρα -κι ενώ η κυβέρνηση (επίσημα τουλάχιστον) δεν είχε ακόμα απωλέσει τη «δε­δηλωμένη» στη βουλή- μεγάλες πολιτικές κό­ντρες ξέσπασαν σ’ όλο το πολιτικό φάσμα. Η κυβέρνηση κατηγόρησε δημόσια τον Αντώνη Σαμαρά ότι είναι συνοδοιπόρος του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, στηρίζοντας την απεγνωσμένη προσπάθεια του τελευταίου να ικανοποιήσει το πάθος του και να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Επίσης, η κυβερνητική ανα­κοίνωση έκανε λόγο για μεγάλα διαπλεκόμενα συμφέροντα που καθοδηγούν και υπαγορεύ­ουν τις κινήσεις του Σαμαρά. Η αντίδραση του προέδρου της ΠΟΛΑΝ σ’ αυτές τις επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις ήταν... απειλή με μη­νύσεις! 

Την ίδια ημέρα, Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 1993, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Στέφανος Στεφανόπουλος, στενός φίλος του Σαμαρά, παρέδωσε επιστολή στον πρόεδρο της βου­λής, Αθανάσιο Τσαλδάρη, με την οποία τον ε­νημέρωνε ότι καθίσταται πλέον ανεξάρτητος βουλευτής και αίρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση. Έτσι η κυβέρνηση έχασε μία υπερπολύτιμη έδρα και η ΝΔ έμεινε με μόλις 151 βουλευτές, έναν δηλ. παραπάνω απ’ το ό­ριο αυτοδυναμίας... Ο τότε κυβερνητικός εκ­πρόσωπος, Βασίλης Μαγγίνας, κατηγόρησε τον Στέφανο Στεφανόπουλο πως αποφάσισε να ακολουθήσει «τον δρόμο της προδοσίας»... 

Και οι δραματικές εξελίξεις συνεχίζονταν. Ή­ταν φανερό ότι ο Σαμαράς και η ομάδα του δρούσαν βάσει αυστηρά προκαθορισμένου σχεδίου και οι κινήσεις τους πάνω στην πολιτική σκακιέρα ήταν συγκεκριμένες και σίγου­ρες. Την άλλη ημέρα, Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 1993, δύο ακόμα βουλευτές της ΝΔ αποχώρησαν από το κόμμα το οποίο τους εξέλεξε και προσχώρησαν στην ΠΟΛΑΝ του Σαμαρά: ο Νίκος Κλείτος και ο Βασίλης Μαντζώρης, αμ­φότεροι στενοί συνεργάτες του πρώην υ­πουργού εξωτερικών. Το σχέδιο Σαμαρά προ­έβλεπε όμως να μην είναι αυτοί που θα ρίξουν την κυβέρνηση (προφανώς για να μην προ­κληθεί σάλος από τον καθημερινό «ακρωτη­ριασμό» που υφίστατο η κοινοβουλευτική ο­μάδα της ΝΔ...), γι’ αυτό και απλά ανακοινώθηκε η παραίτησή τους από το βουλευτικό α­ξίωμα. Έτσι η Νέα Δημοκρατία παρέμεινε μεν με 151 βουλευτικές έδρες, αλλά ήταν βαρύτα­τα τραυματισμένη από τις εξελίξεις. 

Την ίδια ημέρα το ΠΑΣΟΚ, πλήρως εναρμονι­σμένο με τις κινήσεις Σαμαρά, χτύπησε διπλά. Πρώτον, προέβη σε σκληρή ανακοίνωση, χρη­σιμοποιώντας ειρωνικά υπονοούμενα, σύμφω­να με τα οποία η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν κυ­βέρνηση σε ελεύθερη πτώση, με ανοιχτό μό­νον τον ακριβή χρόνο της τελικής της κατάρ­ρευσης. Και, δεύτερον, ο Ανδρέας Παπανδρέ­ου απέστειλε επιστολές στις ξένες επιχειρή­σεις που ενδιαφέρονταν να γίνουν στρατηγι­κοί επενδυτές στον ΟΤΕ, προειδοποιώντας τες ότι μόλις γίνει κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει τον νόμο που επιτρέπει τη μερική αποκρατικοποίηση του εν λόγω οργανισμού. [Να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο είχε ψηφιστεί τελι­κά η περίφημη ιδιωτικοποίηση-αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ, αφού ο Μιλτιάδης Έβερτ είχε άρει τις επιφυλάξεις του, τις οποίες είχε εκφράσει με την κατα­ψήφιση του νομοσχεδίου στην αρμόδια επιτροπή της βουλής. Τελικά το ΠΑΣΟΚ και σ’ αυτό to θέμα ακολούθησε άκρως αντιφατική πολιτική. Όταν ήρθε στην εξουσία, όχι μόνο δεν ξαναπήρε τον ΟΤΕ εξολοκλή­ρου πίσω στο ελληνικό δημόσιο, αλλά προχώρησε σε μετοχοποίηση (δηλ. σε μερική ιδιωτικοποίηση) του 33% του οργανισμού αυτού! Δηλ «to κρέας το βάφτι­σε ψάρι», κάνοντας ακριβώς τα ίδια για τα οποία κατηγορούσε προηγουμένως με τόσο σκληρό τρόπο την κυβέρνηση Μητσοτάκη...] Με δυο λόγια απειλούσε τους ξένους να μην τολμήσουν να επενδύσουν στην Ελλάδα! Και έπειτα απορεί κανείς γιατί η χώρα μας βρίσκε­ται επί δεκαετίες σε τροχιά υπανάπτυξης και αντιπαραγωγικότητας... 

Την άλλη μέρα, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 1993, έγινε τελικά εκείνο που όλοι με αγωνία περίμε­ναν. Ένας σχετικά άγνωστος βουλευτής, που μάλιστα δεν συγκαταλεγόταν στους στενούς φίλους του Σαμαρά, ο Γιώργος Συμπιλίδης, κατέθεσε στο γραφείο του προέδρου της βου­λής δήλωση, σύμφωνα με την οποία αίρει την εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση και κα­θίσταται ανεξάρτητος βουλευτής, αποχωρώ­ντας απ’ τη ΝΔ και προσχωρώντας στην Πολι­τική Άνοιξη. Την ίδια ώρα ένας άλλος βουλευ­τής της Νέας Δημοκρατίας, στενός συνεργά­της του Σαμαρά, ο Άκης Γεροντόπουλος, πα­ραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα και προσχώρησε κι αυτός στην Πολιτική Άνοιξη. Πραγματικά το σχέδιο μοίραζε ρόλους και βά­ρη: δύο χτύπησαν την αποφράδα ημέρα της 9ης Σεπτεμβρίου, αλλά μόνο ο ένας παρέμει­νε στη βουλή ανεξάρτητος (ο άλλος απλά... πα­ραιτήθηκε!). 

Σοβαρά επεισόδια ξέσπασαν από αγανακτι­σμένους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας κα­τά των δύο βουλευτών. Εξοργισμένοι πρώην ψηφοφόροι του Συμπιλίδη εισέβαλαν στο πο­λιτικό του γραφείο, στο Κιλκίς, προκαλώντας σοβαρές φθορές και φωνάζοντας συνθήματα εναντίον του βουλευτή τους και του Σαμαρά. Αλλά και ο Γεροντόπουλος δέχτηκε επίθεση φίλων της Νέας Δημοκρατίας, μέσα στο κτίριο της βουλής, οι οποίοι μάλιστα τον χτύπησαν και τον έβρισαν, αποκαλώντας τον «προδότη». Βέβαια κανείς λογικός πολίτης δεν δικαιολο­γεί παρόμοιες ενέργειες, ούτε και μπορεί να δώσει ελαφρυντικά στους αυτουργούς τέ­τοιων πράξεων, έστω κι αν εκείνη την ώρα δρουν «εν βρασμώ ψυχής». Πρέπει όμως οπωσδήποτε η παραπάνω συμπεριφορά να συνδεθεί με τα «χτυπήματα κάτω απ' τη ζώ­νη», που επί ενάμιση τουλάχιστον χρόνο επέ­φερε ο Σαμαράς, προκειμένου να πετύχει την απαξίωση και την πτώση της κυβέρνησης Μη­τσοτάκη... 

Την ίδια ημέρα, 9 Σεπτεμβρίου του 1993, ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης έκανε την ακό­λουθη δήλωση: «Οι πολιτικοί μας αντίπαλοι και τα συμφέροντα που τους στηρίζουν είχαν κάθε λόγο και διάλεξαν αυτή τη στιγμή για να προκαλέσουν κρίση και ανωμαλία. Στόχος τους ήταν να μην προλάβουν οι Έλληνες να δουν και να απολαύσουν τα αποτελέσματα των δικών τους θυσιών».

Πραγματικά, δεν μπορούσε πια να κυβερνήσει ο άνθρωπος που έφερε την παράταξη της ΝΔ στο 47% και στην εξουσία: στηριζόταν πλέον μόνο σε 150 βου­λευτές και ήταν αδύνατο να περάσει το οποιο­δήποτε νομοσχέδιο. Έπρεπε λοιπόν, ως υπεύ­θυνος πολιτικός ηγέτης, να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές... [Βέβαια, θεωρητικά, ο Μητσοτάκης μπορούσε να ε­ξακολουθεί να κυβερνά μέχρι το τέλος της θητείας της βουλής εκείνης, δηλ μέχρι τον Απρίλιο του 1990, κι ύστερα να προκήρυσσε εκλογές για τον Μάιο του 1990. Άλλωστε δεν είχε υποβάλλει την παραίτηση της κυβέρνησής του, ούτε και είχε ψηφίσει η βουλή ενα­ντίον του πρόταση δυσπιστίας, για να πέσει έτσι η κυ­βέρνηση. Το μόνο που έκανε ήταν να προτείνει στον πρόεδρο της δημοκρατίας τη διάλυση της βουλής και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, προκειμένου να αντιμετωπισθεί θέμα εξαιρετικής εθνικής σημασί­ας. Μια πράξη έντιμη και πατριωτική, αφού ήταν βέ­βαιο ότι αν τελικά παρέμενε -έστω και έτσι- πρωθυ­πουργός οι αντίπαλοι του θα οδηγούσαν τη χώρα σε ακόμα μεγαλύτερη ανωμαλία, προκειμένου να τον διώξουν απ’ την εξουσία...] 

Την ίδια λοιπόν, ιστορικής πια σημασίας, μέρα έσπευσε να συναντηθεί με τον πρόεδρο της δημοκρατίας, Καραμανλή, στον οποίο και ει­σηγήθηκε τη διάλυση της βουλής και τη διεξα­γωγή πρόωρων εκλογών, προκειμένου η νέα ι­σχυρή κυβέρνηση που θα προέκυπτε να αντιμετώπιζε τα φλέγοντα εθνικά θέματα. Ο πρόε­δρος αμέσως αποδέχτηκε την εισήγηση του πρωθυπουργού και συμφωνήθηκε οι εκλογές να διεξαχθούν την Κυριακή 10 Οκτωβρίου 1993. 

Φυσικά το ΠΑΣΟΚ υποδέχτηκε με πανηγυρι­σμούς την εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Ανδρέ­ας Παπανδρέου δεν έκρυψε τη χαρά του, δη­λώνοντας τα εξής: «Επιτέλους εκλογές! Επιτέλους θα μιλήσει ο κυρίαρχος λαός! Για καιρό τώρα, για χρόνια, κυβερνά τον τόπο μια μειο­ψηφία, όχι μόνο του λαού, αλλά και, στην ου­σία, της βουλής. Μια κυβέρνηση, η οποία κα­τόρθωσε να οδηγήσει τη χώρα σε πολλαπλά αδιέξοδα». 

Τι είχε λοιπόν συμβεί και οδηγήθηκαν τα πράγματα στα άκρα; Τόσα και τόσα γράφτη­καν και τότε και αργότερα για τις δραματικές εκείνες ώρες που πέρασε η Ελλάδα... Αλλά και ένα αγεφύρωτο χάσμα μπήκε έκτοτε ανά­μεσα στους κεντρικούς πρωταγωνιστές της υ­πόθεσης: στον Αντώνη Σαμαρά και την οικογέ­νεια Μητσοτάκη. Ο πρώτος κατάφερε τελικά να ρίξει την κυβέρνηση από την εξουσία, έστω κι αν έτσι έγινε για την παράταξή του ο «εκπεσών άγγελος». Δεν δίστασε καθόλου ο νεαρός πολιτικός να «ποτίσει φαρμάκι» τον άνθρωπο που τον έβαλε στα «μεγάλα σαλόνια» της πολιτικής... Απ’ την άλλη μεριά, ο Μητσοτάκης είδε τα πάντα να χάνονται από την αποστασία του Σαμαρά: οι θυσίες τρεισήμισι ετών «πήγαν περίπατο», ενώ -εν μέσω καταιγισμού αντιμητσοτακικής προπαγάνδας των Μ.Μ.Ε.- εξα­σφαλίστηκε η επάνοδος στην εξουσία του Αν­δρέα Παπανδρέου, του ανθρώπου που «σημά­δεψε» την Ελλάδα ολόκληρη τη δεκαετία του 1980. 

Η κυρίαρχη εκδοχή, που είδε το φως της δη­μοσιότητας, κάνει λόγο για ανατροπή της κυ­βέρνησης Μητσοτάκη από τα «διαπλεκόμενα» οικονομικά συμφέροντα και μάλιστα εκείνα που σχετίζονταν με την τότε επιχειρούμενη ι­διωτικοποίηση του ΟΤΕ. Η απόσταση του χρό­νου, που μας χωρίζει πλέον από τα γεγονότα εκείνης της εποχής, μας βοηθάει να δούμε τα τότε συμβάντα πολύ πιο καθαρά κι ανεπηρέα­στα από τα πάθη των καιρών. Είναι βέβαιο α­πό την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων ότι σκοπός όλων εκείνων που ξεσήκωσαν τον κό­σμο κατά της μετοχοποίησης του ΟΤΕ, δεν ή­ταν η πορεία του οργανισμού, αλλά η δη­μιουργία ζητημάτων που θα έφερναν την κυ­βέρνηση σε αδιέξοδο.

Άλλωστε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που ανέλαβε αμέσως μετά, απλά συνέχισε τη γενικότερη πορεία ιδιωτικοποιή­σεων της προκατόχου της και δεν διαφορο­ποιήθηκε απ’ αυτήν παρά μόνο σε μερικές ασήμαντες λεπτομέρειες! [Τα ίδια ακριβώς έκανε το ΠΑΣΟΚ σε όλα τα μεγάλα θέματα που απασχόλησαν την Ελλάδα. Πάντοτε ξεκινούσε αντίθετο στα πάντα, προκαλώντας πολιτική τα­ραχή, και έπειτα απλά... προσαρμοζόταν στο πνεύμα των καιρών, σαν να μην συνέβαινε τίποτα! Αυτό δυ­στυχώς συνέβη και στο θέμα των αμερικανικών βά­σεων και στο θέμα της ΕΟΚ και στο θέμα του NATO και στα θέμα των ιδιωτικοποιήσεων και, και, και... Ο κατάλογος δεν έχει πραγματικά τελειωμό!] Φυσικά άλλα είχε υ­ποσχεθεί στον λαό πριν τις εκλογές του Οκτω­βρίου του 1993, όμως εντελώς διαφορετικά έ­πραξε... 

Αλλά και κανένας από τους κρατικιστές εκεί­νους της ΝΔ, που «για ψύλλου πήδημα» δη­μιουργούσαν φοβερά προβλήματα στην κυ­βέρνηση Μητσοτάκη, δεν βρέθηκε να πει κου­βέντα για τη μετέπειτα πολιτική των ιδιωτικο­ποιήσεων που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (τόσο του Ανδρέα Παπανδρέου όσο και του Κώστα Σημίτη). Τι συνέβη λοιπόν; Έγι­ναν ξαφνικά όλοι αυτοί, που αντιμάχονταν τον Μητσοτάκη μέσα στη ΝΔ, οπαδοί του ΠΑΣΟΚ; Ή μήπως ανακάλυψαν ξαφνικά τα πλεονεκτή­ματα των αποκρατικοποιήσεων και εγκατέλει­ψαν τις προηγούμενες, σοβιετικού τύπου, α­πόψεις τους; Ούτε το ένα συνέβη, δυστυχώς, ούτε το άλλο. Απλά είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να προκαλέσουν τον πολιτικό θάνατο του Μητσοτάκη! Κι αυτό, επειδή μόνο ο Μη­τσοτάκης απ’ όλους τους ηγέτες της Μεταπο­λίτευσης πίστευε πραγματικά στον εκσυγχρο­νισμό της Ελλάδας... 

Χρόνια μετά μάθαμε ότι η κοινοπραξία που έ­μεινε έξω απ’ τον εκσυγχρονισμό του ΟΤΕ (χάνοντας τη νευραλγική θέση του στρατηγι­κού επενδυτή του οργανισμού) συνέβαλε α­ποφασιστικά στην πτώση της κυβέρνησης Μη­τσοτάκη, εκμεταλλευόμενη τις κινήσεις του Α­ντώνη Σαμαρά. Πρώτα βέβαια είχε αποστείλει τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό, ο οποίος ό­μως περήφανα δήλωσε: «Αν είναι να μας ρί­ξουν γι’ αυτό το πράγμα, ας μας ρίξουν»! Η ξεκάθαρη στάση του Μητσοτάκη προκάλεσε την οργή του εγκέφαλου, που οργάνωνε το ό­λο σχέδιο, ενός εγκέφαλου που από τη θέση του παλαιότερα σε μεγάλη υπηρεσία πληρο­φοριών του ανατολικού συνασπισμού είχε μά­θει πολύ καλά την τέχνη του εκβιασμού και της παραπληροφόρησης. Αν μάλιστα συνδέ­σει κανείς τα παραπάνω και με την τρομοκρα­τία, τότε μπορεί να φθάσει σε άκρως ενδιαφέ­ροντα συμπεράσματα... 

Έπρεπε λοιπόν ο Μητσοτάκης να «τελειώνει». Και μάλιστα μια και για πάντα. Δεν έπρεπε ού­τε πρωθυπουργός να ξαναγίνει, ούτε και να καταλάβει ξανά άλλο ανώτατο πολιτειακό αξί­ωμα. Εμποδίστηκε έτσι κατά τα επόμενα χρό­νια η άνοδός του στη θέση του προέδρου της δημοκρατίας, θέση που κατέλαβαν αποτυχό­ντες πολιτικοί, που ούτε καν για απλούς βου­λευτές δεν τους είχε ψηφίσει ο λαός!... 

16 ολόκληρα χρόνια πέρασαν από την πολιτι­κή προδοσία Σαμαρά και την ολική επαναφο­ρά του Ανδρέα Παπανδρέου στις εκλογές του 1993. Ήταν πάλι Οκτώβριος, αυτή τη φορά του 2009, όταν -κατά σατανική σύμπτωση την ημέρα της ίδρυσής της- η Νέα Δημοκρατία υ­πέστη, υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή του νεώτερου, τη μεγαλύτερη ήττα της ιστορί­ας της. Και τότε, ύστερα από την παραίτηση του απερχόμενου πρωθυπουργού, στις μνή­μες όλων των Ελλήνων ξύπνησε και πάλι η κό­ντρα του 1993. Αντώνης Σαμαράς και Ντόρα Μπακογιάννη βρέθηκαν αντιμέτωποι στη διεκ­δίκηση της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας! [Βέβαια αν υπήρχε ελάχιστη έστω δικαιοσύνη στο ελληνικό πολιτικό σύστημα αυτή η αντιπαράθεση δεν θα έπρεπε κανονικά να εξελιχθεί. Διότι η Ντόρα ποτέ της, και τις πιο δύσκολες ώρες, δεν πρόδωσε την παράταξη της ΝΔ, ακόμα και όταν διαφωνούσε ή ένιωθε πικρία. Ενώ αντίθετα ο Αντώνης Σαμαράς είχε εκθέ­σει με ανάλγητο τρόπο την παράταξη και τον άνθρω­πο που τον ανέδειξε και είναι ο κύριος υπεύθυνος για την μετέπειτα επικράτηση του ΠΑΣΟΚ και του «πρά­σινου» κομματικού κράτους.] 

Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Η Ντόρα ξεκίνη­σε ως φαβορί και πραγματικά ήταν: δεν υπήρ­χε σε όλο το φάσμα της Κεντροδεξιάς τέτοια προσωπικότητα, διεθνούς κύρους, που να ε­μπνέει σεβασμό κι εμπιστοσύνη. Γρήγορα ό­μως ο σκοτεινός εγκέφαλος, που έριξε την κυ­βέρνηση του πατέρα της, ενεργοποίησε όλα του τα αντανακλαστικά. Κινητοποίησε ορατές κι αόρατες δυνάμεις, οι οποίες στήριξαν τον Σαμαρά και, τελικά, κατάφερε να τον κάνει αρ­χηγό της Νέας Δημοκρατίας! Κάτι που κανείς δεν θα πίστευε λίγους μόλις μήνες προηγου­μένως, είχε γίνει εφιαλτική πραγματικότητα. Η ΝΔ ήταν πλέον στα πρόθυρα μιας νέας διά­σπασης... Τι ειρωνεία λοιπόν: ο ίδιος άνθρω­πος κατάφερε για δεύτερη φορά μέσα σε 16 χρόνια σοβαρότατο πλήγμα στην οικογένεια Μητσοτάκη... [Και το ακόμα χειρότερο: στις 6 Μάιου 2010, σε μια άκρως κρίσιμη καμπή για το έθνος ο Αντώνης Σαμα­ράς έφτασε στο σημείο να διαγράψει την Ντόρα Μπακογιάννη όχι απλά από βουλευτή, αλλά και από απλό μέλος της Νέας Δημοκρατίας! Αλλά τι κακό είχε κάνει η Ντόρα; Πολύ απλά ψήφισε υπέρ των μέτρων οικονομικής σωτηρίας της Ελλάδας, μέτρα για τα ο­ποία ούτε ο Σαμαράς διαφωνούσε, αφού ο ίδιος δή­λωσε μες στη βουλή ότι σε περίπτωση που γίνει κυβέρνηση θα τα εφαρμόσει και θα τα σεβαστεί... Άρα προς τι η διαγραφή της Ντόρας; Αν έπρεπε κάποιος να διαγραφεί, αυτός ήταν ο Σαμαράς, λόγω της πρωτοφανούς ανακολουθίας του!] 

Τα δραματικά για την Ελλάδα γεγονότα της περιόδου εκείνης κορυφώθηκαν και έλαβαν τέλος με την εκλογική διαδικασία της 10ης Ο­κτωβρίου 1993. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλο­γές με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ε­νώ η Νέα Δημοκρατία βρέθηκε αρκετές ποσο­στιαίες μονάδες πίσω [Από ειρωνεία της τύχης, το ΠΑΣΟΚ πήρε ακριβώς το ίδιο ποσοστό που είχε πάρει η Νέα Δημοκρατία στις εκλογές του 1990! Τότε η ΝΔ βρέθηκε στο 46,89%, ενώ το 1993 το ΠΑΣΟΚ έλαβε το 46,88%, δηλ μόλις 0,01% λιγότερο... Κι όμως η ΝΔ με το ίδιο ποσοστό είχε πάρει το 1990 μόλις 150 έδρες, ενώ το ΠΑΣΟΚ το 1993 πήρε 171, δηλ 21 ολόκληρες έδρες περισσότερες (λόγω του εκλογικού συστήματος που είχε ψηφίσει η ΝΔ αμέσως μετά τις εκλογές του 1990). Από αυτό και μόνο το γεγονός μτορεί να εξα­χθεί το συμπέρασμα πόσο άδικος υπήρξε ο Ανδρέας Παπανδρέου έναντι του Μητσοτάκη (ψηφίζοντας την τελευταία στιγμή), to 1989, σύστημα απλής αναλογι­κής, μόνο και μόνο για να εμποδίσει τον «αρχιεχθρό» του να κυβερνήσει)... Αλλά και πόσο σωστός απένα­ντι στον Ανδρέα φάνηκε ο Μητσοτάκης, ο οποίος ψήφισε αμέσως νέο εκλογικό νόμο και δεν τον άλλαξε, όταν τα πράγματα έδειχναν νίκη του ΠΑΣΟΚ.]. Η Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά κατάφερε να καταλάβει την τρίτη θέση, με το 5% περίπου των ψήφων. Με­τά την ανακοίνωση του εκλογικού αποτελέ­σματος, ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης επιβε­βαίωσε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από την ηγεσία της ΝΔ σε περίπτωση ήττας του κόμματος και -τον επόμενο μήνα- νέος πρό­εδρός της εξελέγη ο Μιλτιάδης Έβερτ. Ήταν μια κίνηση, για την οποία αργότερα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δήλωσε ότι ήταν ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό του σφάλμα... 

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 10ης Οκτω­βρίου 1993 γύρισε την Ελλάδα πίσω στο πα­ρελθόν. Στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση βρέθηκαν ξανά δυνάμεις, που προωθού­σαν την εξάρτηση της χώρας από τη γραφειο­κρατία, τη διαφθορά και τη δολοφονία κάθε ε­πιχειρηματικής και παραγωγικής καινοτομί­ας... Η Ελλάδα παρέμεινε, δύο ολόκληρα χρό­νια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το τελευταίο «σοβιετικό παρακράτος» της Ευρώπης. Κρίση και άλυτα προβλήματα ήταν η κληρονομιά που θα άφηναν οι ανεύθυνες πολιτικές δυνά­μεις της εποχής εκείνης στις μελλοντικές γε­νιές... 

Πηγή: Εφημερίδα «Ελεύθερη Ώρα»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου